Από το San Bernardino και το Trofeo delle Alpi μέχρι το Valle Bedretto, δύο Έλληνες κυνόφιλοι και τα σκυλιά τους δοκιμάστηκαν στα ελβετικά βουνά, σε ένα ταξίδι γεμάτο αγώνες, εικόνες, φιλίες και πολύτιμα μαθήματα κυνοφιλίας.
Υπάρχουν κυνοφιλικά ταξίδια που δεν μετριούνται σε κύπελλα, βαθμολογίες ή τίτλους. Μετριούνται σε εικόνες, ανθρώπους, βουνά και εμπειρίες που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον σκύλο σου. Η ελληνική παρουσία στο Trofeo delle Alpi και στους αγώνες βουνού της Ελβετίας ήταν ακριβώς ένα τέτοιο ταξίδι: από τις ανοιχτές αλπικές πλαγιές στα 2.200 μέτρα μέχρι τα πυκνά τερέν του Valle Bedretto, με Pointer, Setter και ένα όνειρο που είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν.
Takeaways by iHunt AI
- Η ελληνική αποστολή ταξίδεψε στο San Bernardino και στο Valle Bedretto για το Trofeo delle Alpi και αγώνες βουνού με Pointer και Setter.
- Τα τερέν στα 2.200 μέτρα, η μεγάλη κλίση, ο γρανίτης και η πυκνή αλπική βλάστηση απαίτησαν εντελώς διαφορετική προσέγγιση από εκείνη των ελληνικών βουνών.
- Το ταξίδι ανέδειξε πόσο σημαντικές είναι η εξειδικευμένη προετοιμασία, η προσαρμογή στο τερέν και η πραγματική κυνηγετική λειτουργικότητα του σκύλου.
- Πέρα από τα αγωνιστικά αποτελέσματα, η μεγαλύτερη αξία της συμμετοχής ήταν οι γνώσεις, οι εμπειρίες και οι επαφές με κορυφαίους ανθρώπους της ευρωπαϊκής κυνοφιλίας.
- Το μήνυμα προς τους Έλληνες κυνόφιλους είναι ξεκάθαρο: αξίζει να δοκιμάσουν τα σκυλιά τους και έξω από τα ελληνικά σύνορα.
Υπάρχουν κάποια κυνηγετικά ταξίδια που ξεκινούν πολύ πριν βάλεις μπροστά το αυτοκίνητο. Ξεκινούν σαν εικόνες που έχεις δει κάποτε, σαν ιστορίες που έχεις ακούσει από παλιότερους, σαν αγώνες που παρακολουθείς από μακριά και λες μέσα σου: «Κάποτε θέλω να βρεθώ κι εγώ εκεί».
Για εμένα, το ταξίδι στα βουνά της Ελβετίας και η συμμετοχή στο Trofeo delle Alpi και στους αγώνες που ακολούθησαν ήταν ακριβώς ένα τέτοιο όνειρο.
Και όπως όλα τα όμορφα όνειρα, χρειάστηκε πρώτα… αρκετό δρόμο.

Από την Ελλάδα στις Άλπεις
Το ταξίδι ξεκίνησε από την Ελλάδα μαζί με τον φίλο μου και συνοδοιπόρο σε αυτή την περιπέτεια, τον Παντελή Μανουσαρίδη. Ηγουμενίτσα, καράβι για Brindisi και από εκεί ένας πραγματικός μαραθώνιος οδήγησης μέχρι το San Bernardino της Ελβετίας.
Περίπου δώδεκα ώρες σχεδόν ασταμάτητα.
Και το πρώτο πράγμα που θυμάμαι από εκείνη τη διαδρομή είναι η ζέστη. Αφόρητη σχεδόν σε όλη την Ιταλία. Μόνο όταν περάσαμε την περιοχή του Lugano και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε προς τις Άλπεις αισθανθήκαμε τη θερμοκρασία να υποχωρεί.
Ακόμη κι εκεί όμως, σε υψόμετρα 1.700 και 2.000 μέτρων, οι θερμοκρασίες ήταν ασυνήθιστα υψηλές για την περιοχή.
Φτάνοντας στο San Bernardino, οι πρώτες μας ημέρες είχαν κάτι από την απλότητα των παλιών κυνηγετικών εξορμήσεων. Κατασκηνώσαμε στην ύπαιθρο, στους πρόποδες των βουνών, μαζί με τα σκυλιά μας.
Χωρίς πολυτέλειες.
Αλλά με αυτό ακριβώς που είχαμε ταξιδέψει τόσα χιλιόμετρα για να βρούμε: βουνό, σκύλους και ανθρώπους που μοιράζονταν το ίδιο πάθος.
Ο Παντελής κι εγώ δεν είμαστε επαγγελματίες εκπαιδευτές. Είμαστε δύο άνθρωποι που αγαπάμε βαθιά το κυνήγι, την κυνοφιλία και τα σκυλιά μας. Μας αρέσει να συμμετέχουμε σε αγώνες όχι μόνο για μια κατάταξη ή έναν τίτλο, αλλά κυρίως γιατί εκεί μπορείς να δεις άλλες γραμμές αίματος, άλλους τρόπους εκπαίδευσης, άλλες κυνοφιλικές σχολές και, τελικά, διαφορετικές κουλτούρες.
Κι αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο κέρδος ενός τέτοιου ταξιδιού.

Μια πραγματική γιορτή της ευρωπαϊκής κυνοφιλίας
Το πρωινό της συγκέντρωσης στο San Bernardino είχε κάτι ιδιαίτερο.
Μπροστά μας βρίσκονταν άνθρωποι που για όποιον ασχολείται με τους αγώνες βουνού και τα ηπειρωτικά και βρετανικά σκυλιά φέρμας αποτελούν γνωστά ονόματα της ευρωπαϊκής κυνοφιλίας.
Ο Umberto D’Alessandris από την Ιταλία, ο José Miguel Flores με τα Dendaberri από την Ισπανία, ο Matteo Borghi, ο Johan Lafont, ο Domenico Vacca, ο Alessandro Pederiva, ο Luca Simoncelli και πολλοί ακόμη.
Άνθρωποι με διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές χώρες, διαφορετικές σχολές και εμπειρίες, αλλά με ένα κοινό σημείο αναφοράς: τον σκύλο φέρμας και το βουνό.
Μιλήσαμε, ανταλλάξαμε απόψεις, κοιτάξαμε σκυλιά, συζητήσαμε για γραμμές, για κυνήγι, για αγώνες.
Αυτό είναι άλλωστε και το ωραιότερο κομμάτι αυτών των διοργανώσεων. Πριν και μετά τον αγώνα παύουν σχεδόν να υπάρχουν σύνορα και εθνικότητες. Δημιουργείται ένα μεγάλο κυνοφιλικό τραπέζι όπου ο καθένας έχει κάτι να πει και κάτι να μάθει.
Ιδιαίτερη χαρά ήταν για εμένα και η παρουσία μεταξύ των κριτών της φίλης μου Elisabetta Lorenzi, την οποία γνώριζα από προηγούμενες συμμετοχές μου σε αγώνες στη Γαλλία.

Στα 2.200 μέτρα για αλπική πέρδικα
Μετά τα διαδικαστικά σχηματίστηκαν οι μπαταρίες και ξεκινήσαμε.
Εγώ βρέθηκα στη μία μπαταρία και ο Παντελής στη δεύτερη. Για τις μετακινήσεις του Παντελή βοήθησε ο φίλος μας από τη Γαλλία, με τον οποίο υπήρχε ήδη γνωριμία από τον χώρο των setter.
Αφήσαμε πίσω το San Bernardino και ανεβήκαμε ακόμη ψηλότερα, περίπου στα 2.200 μέτρα.
Εκεί ήρθε η πρώτη μεγάλη αποκάλυψη αυτού του ταξιδιού:
τα βουνά της Ελβετίας δεν έχουν σχεδόν καμία σχέση με τα ελληνικά βουνά.
Δεν το λέω συγκριτικά ως προς το ποιο είναι καλύτερο ή ομορφότερο. Είναι απλώς ένας τελείως διαφορετικός κόσμος.
Τεράστιες κλίσεις, ανοιχτές πλαγιές, γρανίτης, υψόμετρο και μια έκταση που πολλές φορές δύσκολα μπορείς να συλλάβεις με το μάτι. Και εκείνη την ημέρα, επιπλέον, πολλή ζέστη.
Τα σκυλιά που είδαμε ήταν αξιόλογα. Μεγάλα ανοίγματα, αλλά όχι ανεξέλεγκτα. Σκύλοι κυνηγετικοί, με επαφή με τον κυναγωγό τους και με τρόπο εργασίας που παρέμενε μέσα στη λογική του πρακτικού κυνηγιού.
Το τερέν όμως ήταν αχανές και οι συνθήκες δύσκολες.
Θήραμα δεν βρήκαμε. Ούτε η δική μας μπαταρία ούτε, απ’ όσο πληροφορηθήκαμε, η άλλη κατάφεραν να συναντήσουν πουλιά.
Ίσως η υπερβολική ζέστη να είχε σπρώξει τις αλπικές πέρδικες ακόμη ψηλότερα, κοντά στις κορυφές των 3.000 μέτρων.
Δεν είχε όμως ιδιαίτερη σημασία.
Γιατί εκείνη την ημέρα μπορεί να μη βρήκαμε πουλιά, αλλά γεμίσαμε εικόνες.

Ψωμί, τυρί, σαλάμι και μία μπύρα
Κατά τις δυόμισι με τρεις το μεσημέρι επιστρέψαμε στη βάση.
Κάπου εκεί, εγώ, ο Παντελής και οι φίλοι μας καθίσαμε να φάμε.
Λίγο ψωμί. Λίγο τυρί. Σαλάμι. Μία μπύρα.
Τίποτα εξεζητημένο.
Και όμως, όποιος κυνηγάει ξέρει ότι μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ζωής μας έχουν δημιουργηθεί ακριβώς γύρω από ένα τέτοιο αυτοσχέδιο τραπέζι.
Όταν έχεις περπατήσει ώρες στο βουνό, όταν τα σκυλιά είναι ξαπλωμένα δίπλα σου και απέναντί σου βρίσκονται άνθρωποι που πριν από λίγες ώρες ίσως δεν γνώριζες καν, ένα κομμάτι ψωμί και λίγο τυρί μπορούν να αποκτήσουν διαφορετική αξία.
Αυτές οι στιγμές τελικά είναι που μένουν.

Από το San Bernardino στο Valle Bedretto
Η επόμενη ημέρα ήταν κενή αγωνιστικών υποχρεώσεων.
Ξεκουραστήκαμε εμείς, αλλά κυρίως αφήσαμε τα σκυλιά να ανακτήσουν δυνάμεις και στη συνέχεια μετακινηθήκαμε προς το Valle Bedretto, όπου θα γίνονταν οι επόμενες δοκιμασίες.
Άλλο ένα εκπληκτικό κομμάτι της Ελβετίας.
Εκεί μείναμε στο ξενοδοχείο που είχε προβλεφθεί για τους συμμετέχοντες και περιμέναμε την έναρξη των αγώνων της 15ης και 16ης Αυγούστου.
Και τότε καταλάβαμε ότι επρόκειτο να γνωρίσουμε ένα εντελώς διαφορετικό είδος βουνού.
Ένας άλλος κόσμος μέσα στα έλατα
Η πρώτη ημέρα στο Valle Bedretto πραγματοποιήθηκε σε εξαιρετικά δύσκολο τερέν.
Έλατα, πυκνή χαμηλή βλάστηση και μεγάλες εκτάσεις με αγριομύρτιλλο που σε ορισμένα σημεία έφτανε ή και ξεπερνούσε το ύψος της μέσης.
Από κάτω το έδαφος σχεδόν εξαφανιζόταν.
Και φυσικά, παντού κλίση.
Για τα δικά μας σκυλιά, που δεν είχαν καμία ουσιαστική εμπειρία σε ένα τέτοιο περιβάλλον ούτε με το συγκεκριμένο θήραμα, ήταν πραγματική δοκιμασία.
Σε ένα ανοιχτό ελληνικό βουνό ο σκύλος μπορεί να χρησιμοποιήσει τον αέρα, να ανοίξει, να διαβάσει το τερέν από μεγάλη απόσταση.
Μέσα όμως σε αυτή την πυκνή βλάστηση τα πράγματα αλλάζουν.
Και εκεί κατάλαβα ακόμη περισσότερο πόσο εξειδικευμένη δουλειά απαιτεί η προετοιμασία ενός σκύλου για αυτού του είδους τους αγώνες.
Στη μπαταρία μας ένα σκυλί της ισπανικής συμμετοχής κατάφερε να μπει στη βαθμολογία βρίσκοντας θήραμα.
Και θεωρώ ότι αυτό αξίζει πραγματικά συγχαρητήρια, τόσο για το σκυλί όσο και για τον άνθρωπο πίσω από αυτό.
Γιατί όταν ένας σκύλος που από τη φύση του ψάχνει δουλεύοντας τον αέρα καταφέρνει να προσαρμοστεί σε ένα τόσο κλειστό τερέν, να ψάξει αποτελεσματικά και τελικά να βρει θήραμα, πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχουν αμέτρητες ώρες δουλειάς.
Δεν είναι τύχη.
Είναι εκτροφή, επιλογή, εμπειρία, εκπαίδευση και τεράστια προσπάθεια.
Η δεύτερη ημέρα – όταν τα σκυλιά μπόρεσαν να ανοίξουν
Τη δεύτερη ημέρα του Valle Bedretto ανεβήκαμε σε διαφορετικό τερέν.
Περισσότερος γρανίτης, χαμηλότερη βλάστηση και πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα για τα σκυλιά να δουλέψουν τον αέρα.
Και αμέσως η εικόνα άλλαξε.
Περισσότερα σκυλιά κατάφεραν να μπουν στη βαθμολογία και είδαμε πολύ πληρέστερα την πραγματική έκφραση αρκετών ζώων.
Αυτό από μόνο του αποδεικνύει πόσο μεγάλο ρόλο παίζει σε αυτού του επιπέδου τους αγώνες η εξοικείωση του σκύλου με το συγκεκριμένο τερέν.
Δεν αρκεί να έχεις έναν καλό σκύλο.
Πρέπει να έχεις έναν καλό σκύλο προετοιμασμένο γι’ αυτό ακριβώς το βουνό.
Ένα βουνό που ζει με το νερό
Κάτι ακόμη που μας έκανε τεράστια εντύπωση ήταν ο καιρός.
Σχεδόν κάθε ημέρα, προς το μεσημέρι ή το απόγευμα, ξεκινούσε βροχή. Μπορούσε να κρατήσει δύο, τρεις ακόμη και πέντε ώρες.
Νερό παντού.
Ρυάκια, πλαγιές, λιβάδια, βλάστηση.
Και τότε καταλαβαίνεις γιατί τα ελβετικά βουνά έχουν αυτό το αδιανόητο πράσινο.
Ακόμη και στα μεγάλα υψόμετρα η ζωή είναι παντού.
Ταυτόχρονα όμως μας εντυπωσίασε ιδιαίτερα και ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος έχει οργανώσει τη ζωή του μέσα σε αυτό το περιβάλλον.
Οι στάνες με τις αγελάδες ήταν υποδειγματικές. Περιποιημένες, οργανωμένες, χωρίς σκουπίδια και χωρίς την εικόνα εγκατάλειψης που δυστυχώς συναντάμε μερικές φορές στην πατρίδα μας.
Ακόμη και η κοπριά των ζώων δεν αντιμετωπιζόταν σαν απόβλητο.
Τη συγκέντρωναν και τη διαχειρίζονταν ώστε να μετατραπεί σε λίπασμα και στη συνέχεια να επιστρέψει στα χαμηλότερα χωράφια.
Ένας ολοκληρωμένος κύκλος.
Και όλα αυτά σε ένα τοπίο όπου σχεδόν δεν έβλεπες κάτι παρατημένο ή απεριποίητο.
Αξίζει να βλέπουμε τέτοιες εικόνες και να κρατάμε ό,τι καλό μπορούν να μας διδάξουν.
Τα δικά μας σκυλιά
Για τα δικά μου σκυλιά δεν θα προσπαθήσω να ωραιοποιήσω την πραγματικότητα.
Η παρουσίασή τους ήταν μέτρια.
Είχα μαζί μου σκυλιά διαφορετικών φυλών και εμπειριών, μεταξύ αυτών την Irish Setter Peggy La Follie de la Chasse και την Gordon Setter Sully du Mas d’Eyraud.
Η αλήθεια είναι ότι, λόγω αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων πριν από το ταξίδι, δεν είχα καταφέρει να τους προσφέρω την προετοιμασία που ένας τέτοιος αγώνας απαιτεί.
Και τα βουνά της Ελβετίας δεν συγχωρούν τέτοιες ελλείψεις.
Αντίθετα, τα σκυλιά του Παντελή, ο setter Pigassos Telethrio και ιδιαίτερα η Pointer Finnet Tis Nemeas, παρουσίασαν πολύ καλύτερη εικόνα.
Η Finnet ήταν ίσως το σκυλί που προσωπικά μου έμεινε περισσότερο.
Ένα ζώο με τεράστιες δυνατότητες, μεγάλο πάθος, ταχύτητα και εύρος. Και τις δύο ημέρες αυτό ακριβώς το τεράστιο πάθος την οδήγησε τελικά εκτός ελέγχου.
Όμως οι δυνατότητές της είναι, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικές.
Εάν ο Παντελής καταφέρει να βρει την ισορροπία στις επιστροφές της και να βάλει αυτό το τεράστιο πάθος μέσα στα όρια που απαιτεί ένας αγώνας αυτού του επιπέδου, θεωρώ ότι πρόκειται για σκυλί που μπορεί πραγματικά να αφήσει το αποτύπωμά του και έξω από τα ελληνικά σύνορα.
Και αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα τέτοιων αγώνων.
Βλέπεις καθαρά πού βρίσκεται το σκυλί σου.
Τι έχει.
Τι του λείπει.
Και κυρίως τι πρέπει να δουλέψεις.
Μια συμμετοχή που τελείωσε νωρίτερα απ’ όσο θέλαμε
Είχαμε δηλώσει συμμετοχή και στους αγώνες που ακολουθούσαν στις 18 Αυγούστου.
Δυστυχώς, επαγγελματικές υποχρεώσεις από τη δική μου πλευρά μάς ανάγκασαν να αλλάξουμε το πρόγραμμά μας και να επιστρέψουμε νωρίτερα στην Ελλάδα.
Φύγαμε λοιπόν με την αίσθηση ότι κάτι είχε μείνει στη μέση.
Ίσως όμως αυτό να είναι και μια καλή αφορμή για να επιστρέψουμε.
Την επόμενη φορά περισσότερο έτοιμοι, έχοντας πλέον πραγματική εικόνα του τερέν, των αποστάσεων, των υψομέτρων, των θηραμάτων και κυρίως του επιπέδου προετοιμασίας που απαιτείται.
Ο Παντελής και ένα ταξίδι επτά ημερών
Θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στον Παντελή Μανουσαρίδη.
Η γνωριμία μας ξεκίνησε μέσα από επαγγελματική συνεργασία. Στη συνέχεια έγινε κυνηγετική και τελικά εξελίχθηκε σε μια πραγματική κυνοφιλική φιλία.
Είναι ένας άνθρωπος με τεράστιο κυνηγετικό πάθος και πραγματική αγάπη για τον σκύλο.
Για διάφορους λόγους έχει τα τελευταία χρόνια απομακρυνθεί από το οργανωμένο κομμάτι της κυνοφιλίας. Προσωπικά θεωρώ ότι αυτό είναι απώλεια, γιατί άνθρωποι με γνώσεις, εμπειρίες, σκύλους και πραγματικό πάθος μπορούν να προσφέρουν πολλά στον χώρο και ειδικότερα στην ελληνική κοινότητα των Pointer και Setter.
Τον ευχαριστώ που για αυτές τις επτά ημέρες υπήρξε ο σύντροφός μου σε αυτή την περιπέτεια.
Στις διαδρομές, στα βουνά, στις συζητήσεις, στις απογοητεύσεις, στα γέλια και στις στιγμές που θα θυμόμαστε για χρόνια.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ
Θέλω επίσης να ευχαριστήσω θερμά τους ανθρώπους της διοργάνωσης και του Pointer Setter Club Ticino.
Τον πρόεδρό του Carlo Rabinini, τη σύζυγό του και όλους όσοι εργάστηκαν για να γίνουν αυτοί οι αγώνες πραγματικότητα.
Από τους κριτές μέχρι τους ανθρώπους του τερέν και εκείνους που μπορεί να μη φαίνονται ποτέ στις φωτογραφίες, αλλά χωρίς αυτούς κανένας αγώνας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Η οργάνωση, η ευγένεια και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο μας υποδέχθηκαν ήταν υποδειγματικά.
Μας δέχτηκαν σαν φίλους.
Μιλήσαμε, γελάσαμε, ανταλλάξαμε εμπειρίες και για μερικές ημέρες νιώσαμε μέλη μιας μεγάλης ευρωπαϊκής κυνοφιλικής παρέας.
Οι Έλληνες που άνοιξαν τον δρόμο
Δεν θα μπορούσα να ολοκληρώσω χωρίς να αναφερθώ στους Έλληνες που είχαν προηγηθεί από εμάς.
Τη Δέσποινα Σταχτοπούλου και τον Μάνο Μαρνέζο.
Την προηγούμενη χρονιά είχαν ήδη κάνει το βήμα της συμμετοχής σε αυτούς τους αγώνες και η εμπειρία τους αποδείχθηκε πολύτιμη για εμάς.
Σε αρκετές περιπτώσεις επικοινωνήσαμε μαζί τους για πληροφορίες και για να επιβεβαιώσουμε πράγματα που δεν γνωρίζαμε, ενώ ο Μάνος μάς βοήθησε ιδιαίτερα πριν από το ταξίδι ώστε να έρθουμε σε επαφή με τους διοργανωτές και να ξεκαθαρίσουμε αρκετές λεπτομέρειες.
Τους ευχαριστώ πραγματικά και τους δύο.
Γιατί σε αυτά τα πράγματα χρειάζεται κάποιος να κάνει την αρχή.
Η αρχή έγινε από εκείνους. Η συνέχεια έγινε από εμάς.
Και εύχομαι το μέλλον να ανήκει σε πολύ περισσότερους Έλληνες κυνόφιλους.
Κάντε το βήμα
Αν κάτι θα ήθελα να μείνει από αυτό το άρθρο, είναι μια παρότρυνση προς τους Έλληνες που αγαπούν πραγματικά τον σκύλο και το βουνό.
Πηγαίνετε.
Μη φοβηθείτε την απόσταση, τη διαφορετική γλώσσα, το άγνωστο τερέν ή το επίπεδο των συμμετοχών.
Πηγαίνετε όχι μόνο για να διαγωνιστείτε.
Πηγαίνετε για να δείτε.
Για να μάθετε.
Για να συγκρίνετε.
Για να καταλάβετε τι μπορεί να κάνει ένας πραγματικά προετοιμασμένος σκύλος σε ένα τερέν που δεν έχει καμία σχέση με όσα γνωρίζουμε.
Και πηγαίνετε κυρίως για τις φιλίες που γεννιούνται μέσα από αυτή την κοινή αγάπη.
Εμείς επιστρέψαμε στην Ελλάδα χωρίς κάποιο μεγάλο αγωνιστικό αποτέλεσμα.
Επιστρέψαμε όμως πολύ πλουσιότεροι.
Με περισσότερες γνώσεις, περισσότερες εικόνες, περισσότερους φίλους και με ακόμη μεγαλύτερο σεβασμό γι’ αυτό που μπορεί να κάνει ένας καλός σκύλος όταν πίσω του υπάρχουν σωστή επιλογή, προπόνηση, εμπειρία και άνθρωποι με πάθος.
Για εμένα προσωπικά ήταν ακόμη μία φορά που κατάφερα να ζήσω κάτι που ονειρευόμουν από μικρός.
Έβλεπα αυτούς τους αγώνες, έβλεπα αυτά τα βουνά και σκεφτόμουν ότι κάποτε θα ήθελα να βρεθώ εκεί.
Και τελικά βρέθηκα.
Με τα σκυλιά μου.
Με έναν καλό φίλο δίπλα μου.
Ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπούν το ίδιο πράγμα.
Γι’ αυτό και νιώθω μόνο ευγνωμοσύνη.
Ευγνωμοσύνη για εκείνους που μας βοήθησαν να φτάσουμε μέχρι εκεί. Για εκείνους που μας υποδέχθηκαν. Για τα σκυλιά που μας έδωσαν την αφορμή να κάνουμε αυτό το ταξίδι. Και ίσως, τελικά, για εκείνη τη μικρή συνωμοσία του σύμπαντος που μερικές φορές επιτρέπει σε ένα παλιό όνειρο να γίνει πραγματικότητα.
Η αρχή έγινε από άλλους. Εμείς συνεχίσαμε. Και τώρα ο δρόμος είναι ανοιχτός για όλους τους Έλληνες κυνόφιλους που θέλουν κάποια ημέρα να δοκιμάσουν τα σκυλιά τους εκεί όπου το βουνό δεν χαρίζεται σε κανέναν: στις Άλπεις.




