Αρχική » Grid with Sidebar » Πυρήνας προσαρμογής ελαφιών δημιουργείται στο δάσος της Δαδιάς

Πυρήνας προσαρμογής ελαφιών δημιουργείται στο δάσος της Δαδιάς

by iHunt

Print Friendly, PDF & Email
demobanner

Μέσω της βόσκησης, τα ελάφια θα περιορίσουν την επέκταση και πύκνωση του δάσους και θα συμβάλλουν στη διατήρηση των πολύτιμων, ανοικτών εκτάσεων

SVESTONOF

Πέρα του σημαντικού τους ρόλου ως διαμορφωτές του δάσους, αποτελούν πολύτιμη τροφική πηγή για θηρευτές και γύπες

Πυρήνας προσαρμογής για τους «διαμορφωτές του δάσους», τα ελάφια, θα δημιουργηθεί στο εθνικό πάρκο του δάσους Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου. Με την επανεισαγωγή του ελαφιού στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου, επιδιώκεται να επιτευχθεί ο στόχος της αύξησης της βιοποικιλότητας της περιοχής, της διατήρησης και της επέκτασης των υφιστάμενων διακένων μέσω της αύξησης της βόσκησης, της αύξησης της διαθέσιμης τροφής κυρίως για τους γύπες, με το φυσικό θάνατο των ελαφιών και τέλος, η επιστημονική έρευνα για την εν γένει συμπεριφορά του ελαφιού.

Όπως αναφέρεται στη μελέτη, σημεία της οποίας παρουσιάζει η ΓΝΩΜΗ, η εγκατάλειψη των παραδοσιακών χρήσεων γης στο Εθνικό Πάρκο «Δαδιάς –Λευκίμης – Σουφλίου» τις τελευταίες δεκαετίες και η συνεχής μείωση των ανοικτών εκτάσεων έχει επιφέρει αλλαγές στην κατανομή ορισμένων σπάνιων αρπακτικών πουλιών, τα οποία είναι γνωστό ότι χρησιμοποιούν τα διάκενα ως θέσεις τροφοληψίας. Η διατήρηση των λιβαδιών και ανοιγμάτων των δασοσκεπών εκτάσεων είναι ζωτικής σημασίας για την διασφάλιση της ποικιλότητας και της πυκνότητας των πληθυσμών των εδαφόβιων σπονδυλόζωων που αποτελούν θηράματα των αρπακτικών πουλιών.

Η διαχείριση του δάσους πρέπει να γίνει με γνώμονα τη διατήρηση των διακένων. Για το σκοπό αυτό, επιλέχθηκε η ενίσχυση του πληθυσμού του ζαρκαδιού (Capreolus capreolus) και η επανεισαγωγή του κόκκινου ελαφιού (Cervus elaphus). Τα δύο παραπάνω είδη περιορίζουν την επέκταση του δάσους μέσω της βόσκησης και συμβάλλουν στη διατήρηση των διακένων, ενώ μπορούν να υποκαταστήσουν τον ρόλο των κατσικιών, ο συνολικός αριθμός των οποίων υποχωρεί σταθερά στην περιοχή μελέτης.

Πέρα του σημαντικού τους ρόλου ως διαμορφωτές του δάσους, τα δύο παραπάνω είδη αποτελούν πολύτιμη τροφική πηγή για τους θηρευτές, ενώ τα νεκρά άτομα μπορούν να αποτελέσουν τροφή για τους γύπες. Η εισαγωγή και ενίσχυση των παραπάνω ειδών οπληφόρων έχει προταθεί από το 1995, στο πλαίσιο της Ειδικής Περιβαλλοντικής Μελέτης προστατευόμενης περιοχής Δάσους Δαδιάς.

Με την επανεισαγωγή του ελαφιού στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου επιδιώκεται να επιτευχθεί ο στόχος της αύξησης της βιοποικιλότητας της περιοχής, της διατήρησης και της επέκτασης των υφιστάμενων διακένων μέσω της αύξησης της βόσκησης, της αύξησης της διαθέσιμης τροφής κυρίως για τους γύπες, με το φυσικό θάνατο των ελαφιών και τέλος, η επιστημονική έρευνα για την εν γένει συμπεριφορά του ελαφιού.

Γεωγραφική Θέση και επιλογή των ειδών

Ο πυρήνας προσαρμογής προτείνεται να εγκατασταθεί Δυτικά του οικισμού της Λύρας και σε απόσταση περίπου 6 χλμ., εντός της ζώνης Α2 (μεγάλος πυρήνας) του Εθνικού Πάρκου.

Η συγκεκριμένη περιοχή κρίνεται απόλυτα ικανοποιητική για τον σκοπό που θα χρησιμοποιηθεί γιατί παρουσιάζει ομοιογένεια με το υπόλοιπο δάσος και έτσι θα είναι εύκολη η προσαρμογή των ελαφιών στο νέο ενδιαίτημα μετά την απελευθέρωση τους.

Το μοναδικό είδος από τα δύο, που απαντάται σήμερα στην ευρύτερη περιοχή του Εθνικού Πάρκουείναι το ζαρκάδι, το οποίο απαντάται σε αρκετά υψηλή πυκνότητα (2.259-5.262 άτομα/km2) σε σχέση με άλλες περιοχές της Ελλάδας. Ωστόσο, η πυκνότητα αυτή δε φαίνεται να είναι επαρκής για την ανάσχεση της επέκτασης του δάσους.

Το κόκκινο ελάφι δεν αναφέρεται ως αυτόχθον στην περιοχή ιστορικά. Ωστόσο, απαντάται σε γειτονικές περιοχές, με την τελευταία γνωστή αναφορά για το είδος να αφορά ένα μοναχικό περιπλανώμενο άτομο που σκοτώθηκε από κυνηγούς στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και εικάζεται ότι προέρχονταν από τον πληθυσμό του είδους την Ανατολική Ροδόπη, στη Βουλγαρία. Η δίαιτά του διαφέρει σε σημαντικό βαθμό από αυτή του ζαρκαδιού, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες, ενώ το χειμώνα τρέφεται σε σημαντικό ποσοστό και με κωνοφόρα δέντρα. Επιπλέον, τα δύο είδη διαφοροποιούνται εν μέρει και ως προς το ενδιαίτημα το οποίο χρησιμοποιούν. Το ελάφι χρησιμεύει συμπληρωματικά του ζαρκαδιού όσον αφορά στη διατήρηση των δασικών διακένων, ενώ το μεγάλο του μέγεθος, και κατά συνέπεια η μεγάλη ποσότητα τροφής που καταναλώνει, το καθιστά αποτελεσματικότερο στην ανάσχεση της επέκτασης του δάσους.

Τα δύο είδη, αν και σε μεγάλο βαθμό είναι ανταγωνιστικά, φαίνεται να συμπληρώνουν το ένα το άλλο όσον αφορά στην αποτελεσματική διαχείριση του τοπίου και την ανάσχεση της επέκτασης του δάσους.

Και τα δύο είδη ελαφοειδών, όταν απαντώνται σε μεγάλες πυκνότητες, μπορεί να προκαλέσουν ζημιές σε καλλιέργειες ή ακόμα και στο δάσος, εμποδίζοντας τη φυσική αναγέννηση. Ενδεικτικά, η πυκνότητα πέραν της οποίας έχει εκτιμηθεί ότι προκύπτουν τέτοια προβλήματα είναι τα 25 ζώα/km2 για τα μικρόσωμα ελαφοειδή, όπως το ζαρκάδι, και 4-5 ζώα/km2 για τα μεγαλόσωμα, όπως το κόκκινο ελάφι.

Η πυκνότητα του ζαρκαδιού που καταγράφηκε στο Εθνικό Πάρκο απέχει πολύ από την παραπάνω εκτίμηση, γεγονός το οποίο αντικατοπτρίζεται στην ταχεία αναγέννηση της βλάστησης στην έκταση που κάηκε μετά από πυρκαγιά το 2011, όπου καταγράφηκε και η δεύτερη υψηλότερη πυκνότητα ζαρκαδιών, καθώς και στη συνεχή μείωση των ανοικτών εκτάσεων τις τελευταίες δεκαετίες.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, κρίνεται σκόπιμη η εισαγωγή του ελαφιού, έτσι ώστε με τη συνύπαρξη των δύο ειδών κλαδοφάγων οπληφόρων να επιτευχθεί ο αποτελεσματικότερος έλεγχος της πύκνωσης και επέκτασης του δάσους, προς όφελος των αρπακτικών πουλιών της περιοχής.

Αρχικά, οι επιστήμονες προτείνουν να εισαχθεί το κόκκινο ελάφι, το οποίο λόγω της εν μέρει διαφορετικής δίαιτάς του, του μεγάλου του μεγέθους και της μερικής διαφοροποίησης των ενδιαιτημάτων που χρησιμοποιεί σε σχέση με το ζαρκάδι, αναμένεται να έχει άμεση επίδραση στη διαμόρφωση του τοπίου. Ο αριθμός ατόμων που θα εισαχθούν είναι 7-9/έτος, ένα εκ των οποίων θα είναι αρσενικό, για τρία συνεχή έτη, και θα προέρχονται από εκτροφείο των Σερρών. Η εισαγωγή των ζώων θα συνδυαστεί με παρακολούθηση των μετακινήσεων τους (με κολάρα GPS) για να διερευνηθεί η προσαρμογή τους στο χώρο.

Τέλος, αναφέρεται στη μελέτη ότι το έργο της κατασκευής του πυρήνα προσαρμογής ελαφιών κατά την διάρκεια εκτέλεσής του, αλλά και κατά την τριετή λειτουργία του, δεν αναμένεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον, καθώς θα πραγματοποιηθούν πολύ μικρής κλίμακας εργασίες οι οποίες είναι κυρίως χειρωνακτικές με την χρήση φορητών εργαλείων μικρής ισχύος.

Δεν θα χρησιμοποιηθούν βαριά σκαπτικά και άλλα μηχανήματα καθώς δεν προβλέπεται να πραγματοποιηθούν σκαπτικές εργασίες μεγάλου μεγέθους. Το έργο θα εκτελεστεί κατά την διάρκεια του Φθινοπώρου από Σεπτέμβριο έως και Δεκέμβριο, δηλαδή εκτός αναπαραγωγικής περιόδου, για την μικρότερη δυνατή όχληση της πανίδας

Πηγή :https://www.gnomionline.gr/


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ