Μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας αλλάζει τα δεδομένα στη διαχείριση του εξοικειωμένου λύκου της Πάρνηθας και, ταυτόχρονα, αναγνωρίζει με τον πλέον επίσημο τρόπο τον επιχειρησιακό ρόλο που μπορούν να έχουν οι έμπειροι κυνηγοί στο πεδίο.
Takeaways by iHunt AI
- Το ΥΠΕΝ εγκρίνει άμεσα μέτρα για την απομάκρυνση συγκεκριμένου ραδιοσημασμένου λύκου από Βαρυμπόμπη, Κρυονέρι και Ολυμπιακό Χωριό.
- Η απόφαση προβλέπει ακόμη και θήρευση του ζώου ως τελική λύση, εφόσον αποτύχουν τα υπόλοιπα μέσα.
- Στο Συνεργείο Δίωξης προβλέπεται ρητά η συμμετοχή έμπειρων κυνηγών που θα υποδειχθούν από τις Κυνηγετικές Οργανώσεις.
- Η Δ΄ Κυνηγετική Ομοσπονδία Στερεάς Ελλάδος περιλαμβάνεται στους αποδέκτες της απόφασης για ενέργεια.
- Αντίστοιχη απόφαση είχε ληφθεί το 2025 στον Νέο Μαρμαρά Χαλκιδικής, όπου όμως η προβλεπόμενη θήρευση του λύκου δεν προκύπτει ότι εφαρμόστηκε.
Με απόφαση της Γενικής Γραμματείας Δασών, με ημερομηνία 24 Σεπτεμβρίου 2026, εγκρίνεται η άμεση εφαρμογή διαχειριστικών μέτρων για την απομάκρυνση συγκεκριμένου, ραδιοσημασμένου και έντονα εξοικειωμένου με τον άνθρωπο λύκου που κινείται στην περιοχή της Πάρνηθας και ειδικότερα πλησίον των οικισμών Βαρυμπόμπης, Κρυονερίου και Ολυμπιακού Χωριού.
Η απόφαση χαρακτηρίζει την απομάκρυνση του συγκεκριμένου ζώου ως άμεσο μέτρο προστασίας της δημόσιας ασφάλειας, εξαιτίας της συμπεριφοράς του, της ισχυρής εξοικείωσής του με την ανθρώπινη παρουσία και της πιθανής συσχέτισης της παρουσίας του με περιστατικό προσέγγισης και πρόκλησης εκδορών σε άνθρωπο.
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον μετά τα τελευταία περιστατικά στην περιοχή. Μόλις στις 30 Σεπτεμβρίου, το iHunt.gr δημοσίευσε καταγγελία κατοίκου του Ολυμπιακού Χωριού για λύκο που πλησίασε τον ίδιο και το σκυλί του και τους ακολούθησε σχεδόν μέχρι το σπίτι του.
Οι κυνηγοί μέσα στο επιχειρησιακό σχέδιο – Όχι απλοί παρατηρητές
Το σημείο που έχει ιδιαίτερη σημασία για την κυνηγετική κοινότητα βρίσκεται στο κεφάλαιο της απόφασης που αφορά τη μεθοδολογία εφαρμογής του σχεδίου.
Το ΥΠΕΝ προβλέπει ότι πριν από την έναρξη της επιχείρησης θα υπάρξει συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων Δασικών Υπηρεσιών, του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α., των περιβαλλοντικών οργανώσεων «Καλλιστώ» και «Αρκτούρος» και των οικείων Κυνηγετικών Οργανώσεων, προκειμένου να καθοριστούν οι επιμέρους υποχρεώσεις κάθε φορέα.
Ακόμη πιο ξεκάθαρη είναι η επόμενη πρόβλεψη: για την επιχειρησιακή εφαρμογή του σχεδιασμού συγκροτείται Συνεργείο Δίωξης, στο οποίο, μαζί με προσωπικό της Δασικής Αρχής και ειδικούς των εμπλεκόμενων φορέων, θα συμμετέχουν και «έμπειροι κυνηγοί που θα προταθούν από τις συνεργαζόμενες με το ΥΠΕΝ Κυνηγετικές Οργανώσεις».
Η συγκεκριμένη διατύπωση δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Οι κυνηγοί δεν καλούνται απλώς να δώσουν πληροφορίες ούτε να παρακολουθήσουν την επιχείρηση από απόσταση. Εντάσσονται θεσμικά στο ίδιο το επιχειρησιακό σχήμα που θα κινηθεί στο πεδίο για τον εντοπισμό και την απομάκρυνση του ζώου.
Η απόφαση αναγνωρίζει έτσι στην πράξη τη χρησιμότητα της εμπειρίας ανθρώπων που γνωρίζουν το βουνό, τις διαδρομές των άγριων ζώων, τα περάσματα, τα ίχνη και τη συμπεριφορά τους στο φυσικό περιβάλλον. Γνώση που αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν μια επιχείρηση πρέπει να περάσει από τον σχεδιασμό του γραφείου στην πραγματικότητα του πεδίου.
Η Δ΄ ΚΟΣΕ στους αποδέκτες «για ενέργεια»
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η Δ΄ Κυνηγετική Ομοσπονδία Στερεάς Ελλάδος περιλαμβάνεται επισήμως στον πίνακα των αποδεκτών της απόφασης «για ενέργεια», μαζί με το Δασαρχείο Πάρνηθας, τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΕΝ, τον Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α., τις περιβαλλοντικές οργανώσεις και τις αστυνομικές αρχές.
Παράλληλα, οι τοπικές Κυνηγετικές Οργανώσεις εντάσσονται και στα συνοδευτικά προληπτικά μέτρα. Προβλέπεται συνεργασία τους με τη Δασική Αρχή, την Περιφέρεια Αττικής, τους Δήμους και την Ελληνική Αστυνομία για την ενημέρωση των πολιτών, την εφαρμογή προληπτικών μέτρων και, όπου χρειάζεται, εποχούμενες περιπολίες στις ώρες και στα σημεία όπου καταγράφεται παρουσία του ζώου.
Από παγίδες και αναισθητοποίηση μέχρι θήρευση
Η διαδικασία που περιγράφει η απόφαση είναι κλιμακωτή και προβλέπει αρχικά τη χρήση ειδικών καμερών και παγίδων για τον εντοπισμό και τη σύλληψη του λύκου.
Εφόσον παγιδευτεί, προβλέπεται αναισθητοποίηση από κτηνίατρο, αιματολογικός και γενετικός έλεγχος και προσωρινή φιλοξενία στις εγκαταστάσεις του «Αρκτούρου» στη Φλώρινα, μέχρι να αξιολογηθεί η κατάσταση και η συμπεριφορά του από αρμόδια επιτροπή ειδικών.
Όμως η απόφαση προχωρά και ένα βήμα παραπέρα. Προβλέπει ρητά ότι για την αφαίρεση του συγκεκριμένου λύκου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη και κυνηγετικό όπλο για τη θήρευσή του, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές κατά παρέκκλιση προϋποθέσεις και κριθεί ότι η αναισθητοποίηση και η απομάκρυνση με άλλο τρόπο δεν είναι εφικτές.
Η θήρευση χαρακτηρίζεται από το ΥΠΕΝ ως «τελική λύση διαχείρισης» και προβλέπεται εφόσον έχουν προηγηθεί διαδικασίες απώθησης, εξακολουθούν να συντρέχουν λόγοι προστασίας της δημόσιας ασφάλειας και τεκμηριώνεται η επικινδυνότητα του συγκεκριμένου ζώου.
Το προηγούμενο της Χαλκιδικής που δεν πρέπει να αγνοηθεί
Η Πάρνηθα, πάντως, δεν είναι η πρώτη περιοχή όπου η Πολιτεία φτάνει στο σημείο να προβλέψει ακόμη και θήρευση εξοικειωμένου λύκου.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, μετά την επίθεση λύκου σε παιδί στον Νέο Μαρμαρά Χαλκιδικής, είχε εκδοθεί παρόμοια απόφαση της Γενικής Γραμματείας Δασών. Και τότε είχαν προβλεφθεί κάμερες, παγίδευση, αναισθητοποίηση αλλά και χρήση κυνηγετικών όπλων για τη θήρευση του συγκεκριμένου ζώου εάν δεν καθίστατο εφικτή η απομάκρυνσή του με άλλον τρόπο.
Το iHunt.gr είχε παρουσιάσει τότε αναλυτικά την απόφαση στο άρθρο «Απόφαση-σταθμός: Η πολιτεία προχωρά στη θανάτωση λύκου στην Χαλκιδική», επισημαίνοντας ήδη από τότε και τη συμμετοχή των Κυνηγετικών Οργανώσεων στον σχεδιασμό.
Ωστόσο, από τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί μέχρι σήμερα δεν προκύπτει ότι εφαρμόστηκε ποτέ η τελική πρόβλεψη για θήρευση του συγκεκριμένου λύκου. Η επιχείρηση παρέμεινε προσανατολισμένη στην παγίδευση και την αναισθητοποίηση, χωρίς να προκύπτει ότι δόθηκε στην πράξη εντολή για τη θανάτωση του ζώου.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι τον Οκτώβριο του 2025 υπήρχαν ακόμη αναφορές ότι το ζώο παρέμενε στην περιοχή, ενώ έναν χρόνο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2026, το iHunt.gr κατέγραψε και πάλι συνεχείς εμφανίσεις λύκου στον Νέο Μαρμαρά, ακόμη και σε παραλίες, στην προκυμαία και κοντά σε σημεία έντονης ανθρώπινης δραστηριότητας.
Δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι πρόκειται σε όλες τις νεότερες καταγραφές για το ίδιο ακριβώς ζώο. Το βέβαιο, όμως, είναι ότι η υπόθεση του Νέου Μαρμαρά δείχνει το πρόβλημα που δημιουργείται όταν μια απόφαση προβλέπει ακόμη και την τελική αφαίρεση ενός επικίνδυνα εξοικειωμένου ζώου, αλλά η επιχειρησιακή εφαρμογή της δεν οδηγεί τελικά στην οριστική απομάκρυνσή του.
Οι αποφάσεις κρίνονται στο πεδίο
Αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο σημείο και στην περίπτωση της Πάρνηθας. Η νέα απόφαση είναι σαφής, περιγράφει συγκεκριμένη διαδικασία, προβλέπει κλιμάκωση των μέτρων και φτάνει, εφόσον αποτύχουν οι άλλες λύσεις και εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, μέχρι τη θήρευση του συγκεκριμένου λύκου.
Το ζητούμενο αυτή τη φορά είναι ο σχεδιασμός να εφαρμοστεί στην πράξη.
Και ακριβώς εδώ αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα η επίσημη συμμετοχή των κυνηγών. Η Πολιτεία αναγνωρίζει ότι για μια τέτοια επιχείρηση δεν αρκούν μόνο οι επιστημονικές εισηγήσεις, οι κάμερες και οι διοικητικές αποφάσεις. Χρειάζονται και άνθρωποι του πεδίου.
Έμπειροι κυνηγοί που ξέρουν να κινούνται στο βουνό, να εντοπίζουν ίχνη και περάσματα και να διαβάζουν τη συμπεριφορά ενός άγριου ζώου καλούνται πλέον επισήμως να συμμετάσχουν στο ίδιο το Συνεργείο Δίωξης.
Και αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της συγκεκριμένης απόφασης: η γνώση και η εμπειρία των κυνηγών δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως κάτι περιφερειακό, αλλά εντάσσονται θεσμικά σε έναν σχεδιασμό που αφορά άμεσα τη διαχείριση της άγριας πανίδας και την προστασία της δημόσιας ασφάλειας.



