Key Takeaways by iHunt Ai
- Η Ολλανδία πέτυχε στην διαχείριση των αδέσποτων σκύλων με στρατηγική που εστιάζει στην πρόληψη και στην υπεύθυνη ιδιοκτησία.
- Τα προγράμματα CNVR με περισυλλογή, στείρωση, εμβολιασμούς και υιοθεσίες είναι κρίσιμα για τον περιορισμό της αδέσποτης ζωής.
- Η υποχρεωτική ηλεκτρονική σήμανση (microchip) και η πλήρης καταγραφή των ζώων βοηθούν στην ταυτοποίηση και στον έλεγχο των ιδιοκτητών.
- Η Ελλάδα έχει νόμους για τα αδέσποτα αλλά η εφαρμογή τους είναι προβληματική, με αποτέλεσμα την ανάγκη για πραγματικούς ελέγχους αντί για τυπικές ρυθμίσεις.
- Η σύγκριση των δύο χωρών δείχνει ότι με την κατάλληλη στρατηγική μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα των αδέσποτων, εστιάζοντας στην εφαρμογή των πολιτικών.
Η Ολλανδία αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα στην Ευρώπη στη διαχείριση των αδέσποτων σκύλων, καθώς κατάφερε να περιορίσει το φαινόμενο σε επίπεδα σχεδόν ανύπαρκτα. Δεν το πέτυχε με αποσπασματικά μέτρα ούτε με θεωρητικές εξαγγελίες, αλλά με μια μακρόχρονη και σταθερή στρατηγική που στηρίχθηκε στην πρόληψη, στην καταγραφή, στον έλεγχο και στην υπεύθυνη ιδιοκτησία. Στην καρδιά αυτής της προσπάθειας βρέθηκαν προγράμματα τύπου CNVR, δηλαδή περισυλλογή, στείρωση, εμβολιασμός και επανένταξη ή προώθηση για υιοθεσία, τα οποία περιόρισαν δραστικά την ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή των ζώων χωρίς ιδιοκτήτη και επέτρεψαν τη σταδιακή συρρίκνωση του προβλήματος με ανθρωπιστικό τρόπο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ : Οι γυναίκες στο κυνήγι. Oχι πια η εξαίρεση, αλλά μέρος του μέλλοντος
Η ολλανδική επιτυχία δεν βασίστηκε στη λογική της εξόντωσης η της υποχρεωτικής στείρωσης όλων κατοικιδίων αλλά στη συστηματική διαχείριση χωρίς μαζικές ευθανασίες. Παράλληλα, η χώρα επένδυσε στην ενίσχυση των υιοθεσιών από καταφύγια, στην πρόληψη της παράνομης εμπορίας ζώων και στην εκπαίδευση των πολιτών γύρω από τις ευθύνες που συνεπάγεται η κατοχή ενός κατοικίδιου. Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος δεν περιορίστηκε στο να αντιμετωπίζει τις συνέπειες, αλλά χτύπησε τις αιτίες του προβλήματος: την εγκατάλειψη, την ανεξέλεγκτη γέννα και την απουσία υπεύθυνης φροντίδας.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η υποχρεωτική ηλεκτρονική σήμανση (microchip), η πλήρης καταγραφή των ζώων και η δυνατότητα άμεσης ταυτοποίησης του ιδιοκτήτη. Στην Ολλανδία, σχεδόν κάθε σκύλος μπορεί να συνδεθεί με τον άνθρωπο που τον έχει στην ευθύνη του, γεγονός που καθιστά πολύ δυσκολότερη την εγκατάλειψη και πολύ ευκολότερο τον εντοπισμό παραβατικών συμπεριφορών. Οι αυστηροί κανόνες για την ευζωία, η υπεύθυνη αγοραπωλησία και η κοινωνική κουλτούρα συμμόρφωσης δημιούργησαν ένα περιβάλλον στο οποίο ένα αδέσποτο ζώο στον δρόμο αποτελεί εξαίρεση και όχι συνηθισμένη εικόνα.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, το πρόβλημα δεν είναι ότι λείπουν οι νόμοι. Το πρόβλημα είναι ότι το κράτος συνεχίζει να παράγει νόμους που στα χαρτιά φαίνονται αυστηροί και σύγχρονοι, αλλά στην πράξη αποδεικνύονται δύσκολα εφαρμόσιμοι ή μένουν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Ο νόμος 4830/2021, το λεγόμενο πρόγραμμα «Άργος», παρουσιάστηκε ως μεγάλη μεταρρύθμιση για τον περιορισμό των αδέσποτων, όμως η πραγματικότητα δείχνει ότι η χώρα εξακολουθεί να μην έχει εξασφαλίσει ούτε καθολική εφαρμογή της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής σήμανσης (microchip) ούτε εντατικούς και συστηματικούς ελέγχους στους ιδιοκτήτες ζώων.
Και ενώ η εμπειρία της Ολλανδίας δείχνει ότι η υποχρεωτική σήμανση, η καταγραφή, η στείρωση των αδεσπότων, οι υιοθεσίες και οι αυστηροί έλεγχοι αρκούν όταν εφαρμόζονται με συνέπεια, στην Ελλάδα επιλέχθηκε να προστεθεί και η υποχρέωση γενετικής ταυτοποίησης DNA για τα ζώα που δεν στειρώνονται. Αυτή η επιλογή ανέδειξε ακριβώς τη βασική παθογένεια της ελληνικής προσέγγισης. Aντί να εφαρμοστεί πρώτα σωστά και καθολικά ένα απλό και λειτουργικό εργαλείο, όπως η ηλεκτρονική σήμανση (microchip), το κράτος εισήγαγε ένα πολύ πιο σύνθετο και πρακτικά ανεφάρμοστο σύστημα, το οποίο παρουσιάστηκε ως μέσο περιορισμού των αδέσποτων.
Στην πράξη όμως, το DNA δεν έδωσε λύση στο πρόβλημα και δεν φαίνεται να μπορεί να αντικαταστήσει τον ουσιαστικό έλεγχο που δεν έγινε ποτέ. Αντί να επενδύσει σε μαζικούς ελέγχους, σε διασταυρώσεις στοιχείων, σε βεβαίωση παραβάσεων και σε πραγματικές κυρώσεις για την εγκατάλειψη και την παράνομη αναπαραγωγή, το κράτος δημιούργησε ακόμη ένα διοικητικό και οικονομικό βάρος, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η επιλογή αυτή εξυπηρετεί περισσότερο μια φοροεισπρακτική λογική παρά μια σοβαρή και ρεαλιστική πολιτική για τα αδέσποτα. Και τελικά, λίγο πριν από κάθε εκλογικό κύκλο, γίνεται όλο και πιο φανερό ότι τέτοιες ρυθμίσεις δύσκολα θα εφαρμοστούν πλήρως, ακριβώς επειδή δεν στηρίχθηκαν ποτέ σε ένα πραγματικά λειτουργικό σχέδιο.
Η σύγκριση των δύο χωρών είναι αποκαλυπτική. Η Ολλανδία απέδειξε ότι το ζήτημα των αδέσποτων μπορεί να λυθεί όταν υπάρχει μακροχρόνια στρατηγική, ανθρωπιστική διαχείριση, στείρωση αδέσποτων, εμβολιασμός, υιοθεσίες, καθολική καταγραφή και αυστηρός έλεγχος. Η Ελλάδα, αντίθετα, αποδεικνύει ότι ακόμη και ένας αυστηρός νόμος δεν αρκεί όταν μένει χωρίς πραγματική εφαρμογή. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη εργαλείων. Το πρόβλημα είναι ότι το κράτος συνεχίζει να επενδύει σε εντυπωσιακές αλλά ανεφάρμοστες ρυθμίσεις, αντί να εφαρμόσει αποφασιστικά αυτά που ήδη αρκούν. Και όσο η ηλεκτρονική σήμανση δεν συνοδεύεται από καθολικούς ελέγχους και ουσιαστική επιβολή του νόμου, τα αδέσποτα θα παραμένουν στην Ελλάδα μια μόνιμη πληγή που ανακυκλώνεται αντί να αντιμετωπίζεται.


