Το πρόβλημα των αδέσποτων ζώων είναι πραγματικό. Είναι βαθύ, σύνθετο και επώδυνο. Δεν λύνεται ούτε με ευχολόγια, ούτε με τηλεοπτικές ατάκες, ούτε με την εύκολη κατασκευή ενόχων. Και σίγουρα δεν λύνεται όταν δημόσια πρόσωπα, με θεσμικό ρόλο και ευθύνη, δείχνουν με το δάχτυλο ολόκληρες κοινωνικές ομάδες.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ : Β. Μπαλατσός : Οι κυνηγοί δεν είναι αποδιοπομπαίοι τράγοι για τα αδέσποτα
Με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις της Αντιδημάρχου Γλυφάδας Μαίρης Μηλιαρέση για τα αδέσποτα, όπου σύμφωνα με δημοσιεύματα παρουσιάστηκαν οι κυνηγοί και οι κτηνοτρόφοι ως βασική «πληγή» του προβλήματος, καλό είναι να βάλουμε τα πράγματα στη πραγματική τους διάσταση. Άλλο η καταδίκη όσων εγκαταλείπουν ζώα και άλλο η συλλογική ενοχοποίηση χιλιάδων ανθρώπων. Η πρώτη είναι υποχρέωση. Η δεύτερη είναι αδικία.
Κανείς σοβαρός κυνηγός δεν υπερασπίζεται την εγκατάλειψη σκύλου. Κανείς υπεύθυνος κτηνοτρόφος δεν θεωρεί αποδεκτό να πετιέται ένα ζώο στον δρόμο όταν «δεν βολεύει». Όποιος εγκαταλείπει ζώο παρανομεί και πρέπει να ελέγχεται, να εντοπίζεται και να τιμωρείται. Εδώ δεν υπάρχουν συμψηφισμοί. Υπάρχει νόμος, υπάρχει ηθική και υπάρχει ευθύνη.
Όμως η ευθύνη έχει ονοματεπώνυμο. Δεν έχει επάγγελμα, δεν έχει χόμπι, δεν έχει συλλογική ταμπέλα. Δεν μπορεί κάθε φορά που η Πολιτεία, οι Δήμοι και οι μηχανισμοί ελέγχου αποτυγχάνουν να εφαρμόσουν ένα σοβαρό σχέδιο για τη στείρωση, τη σήμανση, την καταγραφή και την επιβολή κυρώσεων, να βαφτίζονται ένοχοι «οι κυνηγοί» και «οι κτηνοτρόφοι».
Αυτό δεν είναι πολιτική για τα ζώα. Είναι επικοινωνιακή εκτόνωση.
Τέτοιες δηλώσεις δεν μπορεί να μένουν χωρίς απάντηση. Όταν ένα δημόσιο πρόσωπο, και μάλιστα με αρμοδιότητα στα αδέσποτα, παρουσιάζει τους κυνηγούς και τους κτηνοτρόφους ως «μεγάλη πληγή», υποστηρίζοντας ότι «εγκαταλείπουν τα σκυλιά τους» και τα βλέπουν ως «εργαλεία», τότε δεν έχουμε απλώς μια ατυχή διατύπωση. Έχουμε δημόσια προσβολή απέναντι σε χιλιάδες πολίτες που ασκούν νόμιμη δραστηριότητα ή επάγγελμα.
Και οι δημόσιες προσβολές δεν μπορεί να περνούν σαν να ήταν μια άποψη της στιγμής. Η ελευθερία του λόγου δεν είναι άδεια για συλλογική δυσφήμηση. Ο θεσμικός λόγος έχει βάρος. Όταν εκπέμπεται από θέση ευθύνης, δημιουργεί εντυπώσεις, καλλιεργεί στερεότυπα και στιγματίζει ανθρώπους. Γι’ αυτό και πρέπει να συνοδεύεται από τεκμηρίωση. Αν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι κυνηγοί και οι κτηνοτρόφοι αποτελούν τη βασική πηγή του προβλήματος των αδέσποτων, να παρουσιαστούν δημόσια. Αν δεν υπάρχουν, τότε οφείλεται δημόσια διόρθωση.
Διότι η προσβολή χωρίς συνέπειες δημιουργεί προηγούμενο. Σήμερα είναι οι κυνηγοί και οι κτηνοτρόφοι. Αύριο μπορεί να είναι οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα βρεθεί βολική για να φορτωθεί ένα πρόβλημα που η διοίκηση αδυνατεί να διαχειριστεί. Η δημοκρατική ευθύνη δεν εξαντλείται στο να μιλά κάποιος δημόσια. Αρχίζει από το να λογοδοτεί για όσα λέει.
Δεν ζητά κανείς φίμωση. Ζητά σοβαρότητα. Ζητά στοιχεία. Ζητά σεβασμό. Και, όπου οι ισχυρισμοί είναι ατεκμηρίωτοι και προσβλητικοί, ζητά καθαρή ανάκληση. Όχι μισόλογα, όχι υπεκφυγές, όχι «παρερμηνεύτηκα». Η δημόσια σπίλωση απαιτεί δημόσια αποκατάσταση.
Το αδέσποτο δεν γεννιέται αδέσποτο
Σε αυτό η κυρία Μηλιαρέση έχει δίκιο. Κάποιος άνθρωπος το εγκατέλειψε, κάποιος δεν το στείρωσε, κάποιος δεν το δήλωσε, κάποιος δεν ελέγχθηκε ποτέ. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό χρειάζονται στοιχεία, όχι εντυπώσεις. Χρειάζονται αριθμοί, όχι κατηγορίες στον αέρα. Χρειάζονται έλεγχοι με μικροτσίπ, διασταυρώσεις, πρόστιμα, δημοτικά προγράμματα και συνεργασία με κτηνιάτρους, κυνηγετικούς συλλόγους και αγροτικούς φορείς.
Όποιος πραγματικά θέλει να λύσει το πρόβλημα, δεν ψάχνει αποδιοπομπαίους τράγους. Ψάχνει συμμάχους.
Οι κυνηγοί γνωρίζουν τον σκύλο εργασίας όσο λίγοι. Ζουν μαζί του, εκπαιδεύουν, φροντίζουν, επενδύουν χρόνο, κόπο και χρήμα. Για τους κυνηγούς ο σκύλος δεν είναι εργαλείο· είναι μέλος της καθημερινότητάς τους. Οι κτηνοτρόφοι, επίσης, ζουν σε άμεση σχέση με τα ζώα και γνωρίζουν καλύτερα από πολλούς αστούς σχολιαστές τι σημαίνει φροντίδα, απώλεια, ευθύνη και επιβίωση στην ύπαιθρο.
Υπάρχουν παραβάτες; Βεβαίως. Να εντοπιστούν. Υπάρχουν ασυνείδητοι; Προφανώς. Να τιμωρηθούν. Υπάρχουν εγκαταλείψεις κυνηγόσκυλων ή ποιμενικών; Όπου υπάρχουν, να αποδειχθούν και να αντιμετωπιστούν. Αλλά από αυτό μέχρι να στοχοποιούνται συλλήβδην δύο μεγάλες κοινωνικές ομάδες, υπάρχει απόσταση. Και αυτή η απόσταση λέγεται σοβαρότητα.
Η δημόσια συζήτηση για τα αδέσποτα χρειάζεται λιγότερη ηθική υπεροψία και περισσότερη διοικητική επάρκεια. Λιγότερα τηλεοπτικά συμπεράσματα και περισσότερη δουλειά στο πεδίο. Λιγότερη ευκολία στην κατηγορία και περισσότερη δυσκολία στην εφαρμογή του νόμου.
Διότι όταν ένας Δήμος έχει θεσμική αρμοδιότητα για την προστασία και διαχείριση των ζώων συντροφιάς, δεν αρκεί να περιγράφει το πρόβλημα. Οφείλει να παρουσιάζει λύσεις, αποτελέσματα, ελέγχους και συνεργασίες. Η ίδια η επίσημη σελίδα του Δήμου Γλυφάδας αναφέρει την αρμοδιότητα της Αντιδημαρχίας για την προστασία αδέσποτων ζώων και τη διαχείριση ζώων συντροφιάς. Αυτός ο ρόλος απαιτεί ακρίβεια, όχι γενικεύσεις.
Τα αδέσποτα δεν χρειάζονται άλλον έναν δημόσιο καβγά. Χρειάζονται υπευθυνότητα. Χρειάζονται έλεγχο στην πηγή του προβλήματος. Χρειάζονται υποχρεωτική σήμανση που να εφαρμόζεται πραγματικά, στειρώσεις, υιοθεσίες, δομές φιλοξενίας που δεν γίνονται αποθήκες ψυχών, και πρόστιμα σε εκείνους που αποδεδειγμένα εγκαταλείπουν ζώα.
Και πάνω απ’ όλα χρειάζονται αλήθεια
Η αλήθεια είναι ότι η εγκατάλειψη ζώου είναι πράξη ντροπής. Η αλήθεια, όμως, είναι επίσης ότι η συλλογική σπίλωση ανθρώπων χωρίς στοιχεία είναι πράξη ευκολίας. Και η ευκολία, όταν φορά θεσμικό μανδύα, γίνεται επικίνδυνη.
Ας αφήσουμε λοιπόν τις ταμπέλες. Ας μιλήσουμε με στοιχεία. Ας τιμωρηθούν οι πραγματικοί παραβάτες, όποιοι κι αν είναι. Και ας σταματήσει η συνήθεια να φορτώνεται κάθε αποτυχία της Πολιτείας στην πλάτη εκείνων που είναι εύκολο να στοχοποιηθούν.
Γιατί ο πολιτισμός απέναντι στα ζώα δεν αποδεικνύεται με δηλώσεις. Αποδεικνύεται με πράξεις. Και ο σεβασμός απέναντι στους ανθρώπους δεν αποδεικνύεται με γενικεύσεις. Αποδεικνύεται με δικαιοσύνη.



