
Η υπόθεση, όμως, δεν ξεχωρίζει μόνο για την «καμπάνα». Ξεχωρίζει και για τον τρόπο που «δέθηκε» επιχειρησιακά: με διαδοχικούς ελέγχους, έρευνες και τεκμηρίωση από την Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή της Δ’ ΚΟΣΕ, η οποία βρέθηκε στην πρώτη γραμμή από την αρχή έως τη συγκέντρωση κρίσιμων στοιχείων.
«Η Θηροφυλακή της Δ’ ΚΟΣΕ δεν έμεινε σε έναν έλεγχο – συνέχισε με επιμονή, επιχειρήσεις και τεκμηρίωση».
Η σύλληψη στο παζάρι του Σχιστού (2022)
Η αφετηρία της υπόθεσης εντοπίζεται στο 2022, όταν κλιμάκιο ομοσπονδιακών θηροφυλάκων της Δ’ ΚΟΣΕ προχώρησε στη σύλληψη του κατηγορούμενου στο παζάρι του Σχιστού, σε έλεγχο που αφορούσε την παράνομη διακίνηση ωδικών πτηνών.
Οι έλεγχοι σε τέτοια σημεία θεωρούνται κομβικοί, καθώς εκεί γίνεται η «βιτρίνα» και η πρώτη διάθεση ζωντανών ειδών στην παράνομη αγορά.
Απόφαση «ηχηρή» – Οδηγήθηκε στη φυλακή
Πέρα από το διοικητικό πρόστιμο που είχε βεβαιωθεί κατά τη σύλληψη, το δικαστήριο επέβαλε 28 μήνες φυλάκιση. Και επειδή ο κατηγορούμενος είχε ήδη καταδικαστεί σε 17 μήνες για αντίστοιχα αδικήματα από το Εφετείο Χαλκίδας, οδηγήθηκε στη φυλακή, όπου θα εκτίσει έξι μήνες.
«Δεν μιλάμε για “μια ακόμα υπόθεση”. Αυτή τη φορά υπήρξε πραγματική έκτιση ποινής».
Σύμφωνα με ανθρώπους που παρακολουθούν συστηματικά τέτοιες υποθέσεις, πρόκειται για σπάνια εξέλιξη για αδικήματα που αφορούν παράνομη σύλληψη και διακίνηση ειδών άγριας ζωής.
Δεν ήταν «απλός» διακινητής: η κατοικία στη Νέα Ερέτρια και οι εισαγωγές
Οι πληροφορίες αναφέρουν πως ο κατηγορούμενος δεν λειτουργούσε ως περιστασιακός παραβάτης. Διατηρούσε εξοχική κατοικία στη Νέα Ερέτρια, την οποία –κατά τις αρχές– είχε μετατρέψει σε χώρο συγκέντρωσης/«αποθήκη» ειδών άγριας ζωής, ενώ φέρεται να πραγματοποιούσε και εισαγωγές από το εξωτερικό, διοχετεύοντας είδη σε διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας.
Τρεις έρευνες – Πάνω από 1.800 πουλιά
Κομβικό στοιχείο στην εξέλιξη της υπόθεσης υπήρξαν οι επιχειρήσεις της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής της Δ’ ΚΟΣΕ.
Μετά από εισαγγελική έρευνα, πραγματοποιήθηκαν τρεις έρευνες στη συγκεκριμένη κατοικία, από τις οποίες –όπως αναφέρεται– κατασχέθηκαν πάνω από 1.800 πτηνά, μεταξύ των οποίων:
- καρδερίνες
- φλώρια
- κοτσύφια
- ακόμη και ροζ δεκαοχτούρες, που στην παράνομη αγορά φέρεται να ξεπερνούν σε αξία τα
300 ευρώ
«Η κλίμακα των κατασχέσεων δείχνει δομή και διάρκεια – όχι μια “ευκαιριακή” πράξη».
Πλαίσιο: Τι κάνει η Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή της Δ’ ΚΟΣΕ
Η Θηροφυλακή της Δ’ ΚΟΣΕ δρα επιχειρησιακά σε υποθέσεις που αφορούν παραβάσεις της θηραματικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας, με ελέγχους σε σημεία υψηλού κινδύνου, συλλογή στοιχείων, συνεργασία με εισαγγελικές/αρμόδιες αρχές και συμμετοχή σε έρευνες που απαιτούν τεκμηρίωση και συνέχεια.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο ρόλος της αναδεικνύεται ως καθοριστικός:
- εντόπισε και προχώρησε στη σύλληψη στο Σχιστό,
- συνέχισε με στοχευμένες επιχειρήσεις,
- και συνέβαλε στην τεκμηρίωση που οδήγησε σε απόφαση με πραγματικό αποτέλεσμα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ : Βράβευση Δ’ Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Στερεάς Ελλάδος, θηροφυλακής και θηροφύλακα
Το μήνυμα της απόφασης
Η συγκεκριμένη καταδίκη λειτουργεί ως σαφές μήνυμα ότι η παράνομη σύλληψη και διακίνηση ειδών άγριας ζωής δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως «χαμηλής σημασίας» παράβαση. Και ταυτόχρονα αναδεικνύει κάτι εξίσου σημαντικό: ότι η συστηματική θηροφυλακή, η επιμονή στους ελέγχους και η σωστή τεκμηρίωση μπορούν να οδηγήσουν σε αποτέλεσμα που μέχρι πρότινος έμοιαζε σχεδόν ανέφικτο.
Γιατί είναι τόσο επικίνδυνο – και τόσο αδίστακτο
Το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής διεθνώς δεν είναι «αθώο παζάρι». Όπου κυκλοφορεί χρήμα, μπαίνουν συχνά οργανωμένα κυκλώματα με τη λογική του εύκολου κέρδους, παρόμοια με άλλες βαριές παράνομες αγορές όπως τα ναρκωτικά, η εμπορία ανθρώπων και όπλων. Η κερδοφορία τροφοδοτεί αδίστακτες πρακτικές: πίεση, εκφοβισμός, δωροδοκίες και απειλές, καθώς και πλήρης αδιαφορία για την ευζωία των ζώων ή την ασφάλεια όσων στέκονται εμπόδιο.
Για τις ελληνικές αρχές –και μέσα σε αυτές και η Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή– αυτό μεταφράζεται σε πραγματικό κίνδυνο: έλεγχοι σε απομονωμένες περιοχές, αντιπαράθεση με άτομα που μπορεί να είναι οργανωμένα, επιθετικά ή και οπλισμένα, πιθανότητα ενέδρας, καθώς και στοχοποίηση όσων «χαλάσουν τη δουλειά». Γι’ αυτό η αντιμετώπιση δεν είναι μόνο θέμα προστίμων, αλλά και θέμα ασφάλειας: σωστή στελέχωση, εξοπλισμός, εκπαίδευση και συνεργασία με αστυνομία/δασικές αρχές ώστε οι έλεγχοι να γίνονται με σχέδιο και προστασία.

