Αρχική » Grid with Sidebar » Η θήρα του ορτυκιού στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης

Η θήρα του ορτυκιού στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης

by Κώστας Λουρής

SVESTONOF

Το ορτύκι δεν είναι απλώς ένα ακόμη θηρεύσιμο είδος της ευρωπαϊκής υπαίθρου. Είναι ένα αποδημητικό πτηνό άρρηκτα δεμένο με τα αγροτικά οικοσυστήματα, με τη μεσογειακή γη, με τις εναλλαγές των καλλιεργειών και με μια μακρά κυνηγετική παράδοση που δεν μπορεί να αποκοπεί ούτε από τη φύση ούτε από την κοινωνία της υπαίθρου. Και όμως, όλο και πιο συχνά, η συζήτηση για το μέλλον του μοιάζει να απομακρύνεται από την πραγματικότητα του πεδίου και να εγκλωβίζεται σε γενικές προσεγγίσεις, σε οριζόντιες λογικές και σε αποφάσεις που συχνά επιχειρούν να αντιμετωπίσουν διαφορετικές περιοχές με τον ίδιο τρόπο.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ : Κυνηγώντας ορτύκια με ένα Beretta Ultraleggero cal. 20….VIDEO

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι το ορτύκι βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης. Οι διεθνείς αξιολογήσεις, όπως εκείνες της BirdLife, καταγράφουν ανησυχίες για την πορεία του είδους στην Ευρώπη και υπενθυμίζουν ότι οι πιέσεις πάνω στα πουλιά της υπαίθρου είναι πραγματικές και πολυπαραγοντικές. Η εντατικοποίηση της γεωργίας, η υποβάθμιση των αγροτικών ενδιαιτημάτων, η απώλεια μωσαϊκών βλάστησης, οι μεταβολές στις καλλιεργητικές πρακτικές, η λαθροθηρία με όλα τα παράνομα μέσα συνθέτουν μια δύσκολη εικόνα, που δεν επιτρέπει εφησυχασμούς.

Αλλά ακριβώς εδώ αρχίζει και η ουσία της συζήτησης. Το ερώτημα δεν είναι αν χρειάζεται προστασία το είδος.Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι αποφάσεις για το ορτύκι θα λαμβάνονται με πραγματικά στοιχεία ή με πολιτικά και διοικητικά αντανακλαστικά που αγνοούν τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Γιατί άλλο είναι να αναγνωρίζεις έναν ευρωπαϊκό κίνδυνο και άλλο να μετατρέπεις αυτή την ανησυχία σε ένα ενιαίο, επίπεδο και συχνά άκαμπτο μοντέλο διαχείρισης για όλες τις χώρες και όλες τις περιφέρειες.

Η φύση δεν λειτουργεί οριζόντια. Ούτε το ορτύκι. Οι πληθυσμοί του δεν εμφανίζουν παντού την ίδια εικόνα, οι συνθήκες δεν είναι ίδιες σε όλες τις περιοχές, οι αγροτικές πρακτικές δεν είναι κοινές σε ολόκληρη την Ευρώπη και οι μεταναστευτικές πιέσεις δεν εκδηλώνονται με την ίδια ένταση σε κάθε γεωγραφική ζώνη. Όποιος λοιπόν μιλά σοβαρά για διατήρηση και διαχείριση του είδους, οφείλει να μιλά και για διαφοροποίηση, για περιφερειακή γνώση και για επιστημονική προσαρμογή των μέτρων.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η δουλειά που γίνεται στην Ελλάδα από τους επιστημονικούς συνεργάτες της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος. Και είναι σημαντικό ότι αυτή η δουλειά δεν είναι διακοσμητική, ούτε επικοινωνιακή. Είναι ουσιαστική, συστηματική και πολύτιμη. Για χρόνια συγκεντρώνονται στοιχεία, αναλύονται δεδομένα, παρακολουθούνται τάσεις και αξιοποιούνται σύγχρονα μέσα, ώστε η συζήτηση για τα θηρεύσιμα είδη και ειδικά για το ορτύκι να μην γίνεται στο περίπου, αλλά με τεκμηρίωση.

Το πρόγραμμα ΑΡΤΕΜΙΣ είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σοβαρής και μακρόπνοης προσπάθειας. Δεν πρόκειται για μια αποσπασματική δράση, αλλά για μια μακροχρόνια επιστημονική βάση καταγραφής και επεξεργασίας στοιχείων κάρπωσης, που έχει προσφέρει ένα πολύτιμο σώμα γνώσης για τα θηραματικά είδη στην Ελλάδα. Σε μια εποχή όπου η δημόσια συζήτηση συχνά εξαντλείται σε εντυπώσεις, η ύπαρξη τέτοιων βάσεων δεδομένων έχει καθοριστική σημασία. Γιατί επιτρέπει να μιλάς όχι με εικασίες, αλλά με διαχρονικά στοιχεία.

Στην ίδια λογική έρχεται να ενισχύσει τη σύγχρονη επιστημονική διαχείριση και το KARPOSIS, ένα εργαλείο που μεταφέρει τη συμμετοχή των ίδιων των κυνηγών σε ένα πιο άμεσο, οργανωμένο και χρηστικό επίπεδο. Όταν η καταγραφή γίνεται συστηματικά, όταν το πεδίο μετατρέπεται σε πηγή μετρήσιμης πληροφορίας και όταν τα στοιχεία αυτά μπορούν να αναλυθούν επιστημονικά, τότε αλλάζει και το επίπεδο της συζήτησης. Τότε η εμπειρία δεν μένει προφορική. Γίνεται δεδομένο. Και το δεδομένο γίνεται επιχείρημα.

Ακόμη πιο κρίσιμος είναι ο ρόλος της εφαρμογής ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ, μέσα από την οποία καταγράφεται η κάρπωση του ορτυκιού και άλλων ειδών με ψηφιακό και άμεσο τρόπο. Εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις πιο ισχυρές απαντήσεις απέναντι σε όσους επιμένουν να βλέπουν τη θήρα μόνο ως δραστηριότητα και όχι και ως πηγή πεδίου για πολύτιμη πληροφορία. Η υποχρεωτική και οργανωμένη καταγραφή της κάρπωσης δεν είναι μια απλή διοικητική διαδικασία. Είναι ένα εργαλείο επιστημονικής τεκμηρίωσης. Είναι ένας τρόπος να δημιουργείται πραγματική εικόνα για το τι συμβαίνει στην πράξη. Και σε μια εποχή αυξημένης ευρωπαϊκής πίεσης για το ορτύκι, η ύπαρξη τέτοιων εργαλείων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.

Αυτό σημαίνει ότι ο κυνηγετικός κόσμος δεν στέκεται απέναντι στην επιστήμη. Στέκεται μέσα στην επιστημονική διαδικασία, όταν συμμετέχει σοβαρά, υπεύθυνα και οργανωμένα στην παραγωγή στοιχείων. Και αυτό είναι κάτι που συχνά αποσιωπάται άδικα. Γιατί η ΚΣΕ στην Ελλάδα δεν περιορίζεται σε μια αμυντική στάση απέναντι στις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Έχει επενδύσει σε επιστημονικούς συνεργάτες, σε μηχανισμούς παρακολούθησης, σε ψηφιακά εργαλεία και σε μελέτες που ήδη υπάρχουν, ακριβώς για να μπορούν να υποστηρίζουν θέσεις με περιεχόμενο και όχι με συνθήματα.

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για το ορτύκι. Διότι, αν πράγματι θέλουμε να μιλάμε για αειφορική διαχείριση, τότε η μόνη σοβαρή οδός είναι η συνεχής παρακολούθηση, η αξιολόγηση των στοιχείων, η μελέτη των περιφερειακών διαφορών και η προσαρμογή των μέτρων εκεί όπου χρειάζεται. Ούτε τυφλή χαλάρωση ούτε τυφλή απαγόρευση. Ούτε αδιαφορία ούτε ιδεολογική υπεραπλούστευση. Αυτό που χρειάζεται είναι σοβαρότητα, επιστημονική επιμονή και διοικητική ωριμότητα.

Η επόμενη χρονιά, μάλιστα, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Υπάρχουν ήδη η εμπειρία, η επιστημονική βάση, τα εργαλεία και η τεχνογνωσία για να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η παρακολούθηση του ορτυκιού, να αξιοποιηθούν πληρέστερα τα στοιχεία κάρπωσης και να αναπτυχθούν νέες στοχευμένες δράσεις γύρω από το είδος. Η κατεύθυνση είναι σαφής. Περισσότερα δεδομένα, καλύτερη ανάλυση, μεγαλύτερη αξιοποίηση των ψηφιακών μέσων και ακόμη στενότερη σύνδεση μεταξύ πεδίου και επιστημονικής τεκμηρίωσης.

Το ζήτημα, τελικά, δεν είναι μόνο οικολογικό. Είναι και βαθιά πολιτικό, με την καλή έννοια του όρου. Είναι ζήτημα του πώς αντιλαμβάνεται η Ευρώπη τη διαχείριση της βιοποικιλότητας: ως μια διαδικασία που επιβάλλεται από πάνω προς τα κάτω με γενικούς κανόνες ή ως μια σύνθετη και σοβαρή άσκηση που στηρίζεται σε δεδομένα, τοπική γνώση, συνεργασία και πρακτική εμπειρία. Αν ισχύει το δεύτερο, τότε η συμβολή των επιστημονικών συνεργατών της ΚΣΕ, μαζί με εργαλεία όπως το KARPOSIS και ο ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ, δεν είναι απλώς χρήσιμη. Είναι αναγκαία.

Για το ορτύκι, λοιπόν, η σωστή απάντηση δεν είναι οι αποφάσεις από απόσταση. Είναι η επιστημονική διαχείριση με πραγματικά δεδομένα. Και αυτή είναι μια θέση που δεν υπερασπίζεται μόνο τη θήρα Υπερασπίζεται την ίδια τη σοβαρότητα με την οποία οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε το φυσικό περιβάλλον.

demobanner

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ