Η Δ’ ΚΟΣΕ στο πλευρό ΥΠΕΝ και Δασαρχείου Πεντέλης για την προστασία πολιτών και ζώων
Η Δ’ Κυνηγετική Ομοσπονδία Στερεάς Ελλάδος ανταποκρίθηκε στο αίτημα του ΥΠΕΝ και του Δασαρχείου Πεντέλης για τη διαχείριση και απομάκρυνση αγριόχοιρων από περιοχές των βορείων προαστίων της Αττικής, όπου η παρουσία τους έχει πλέον εξελιχθεί σε σοβαρό ζήτημα δημόσιας ασφάλειας.
Τα τελευταία χρόνια, αλλά και ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα, οι εμφανίσεις αγριόχοιρων σε κατοικημένες περιοχές έχουν πληθύνει. Αναφορές και δημοσιεύματα κάνουν λόγο για συχνή παρουσία ζώων σε Εκάλη, Δροσιά, Διόνυσο, Κηφισιά, Κρυονέρι, Πολιτεία και όμορες περιοχές. Η επαναλαμβανόμενη παρουσία τους μέσα ή κοντά στον αστικό ιστό δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι περιστασιακό, αλλά διαρκές και σύνθετο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ : Η Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή της Δ’ΚΟΣΕ αποκαλύπτεται….VIDEO
Η είσοδος αγριόχοιρων σε κατοικημένες περιοχές δεν είναι ένα απλό «παράξενο θέαμα». Τα ζώα κινούνται σε δρόμους, πεζοδρόμια, αυλές και κοντά σε κατοικίες, δημιουργώντας σοβαρό κίνδυνο για οδηγούς, πεζούς, παιδιά και κατοικίδια. Ιδιαίτερα τη νύχτα ή σε δρόμους με περιορισμένη ορατότητα, η αιφνίδια εμφάνιση ενός αγριόχοιρου μπορεί να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, με συνέπειες τόσο για τους πολίτες όσο και για τα ίδια τα ζώα.
Ένας από τους βασικούς λόγους που οι αγριόχοιροι πλησιάζουν τις κατοικημένες περιοχές είναι η εύκολη πρόσβαση σε τροφή. Κάδοι απορριμμάτων, υπολείμματα τροφών, ανοιχτά σκουπίδια και ανθρώπινη ανοχή ή ακόμη και τάισμα άγριων ζώων δημιουργούν συνθήκες εξοικείωσης. Όταν ένα άγριο ζώο συνδέσει τον οικισμό με εύκολη τροφή, επιστρέφει ξανά και ξανά, χάνοντας σταδιακά τον φυσικό φόβο του ανθρώπου.
Η εξοικείωση αυτή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Ένας αγριόχοιρος που κινείται με άνεση σε κατοικημένη περιοχή αυξάνει τις πιθανότητες σύγκρουσης με οχήματα, επαφής με κατοικίδια, ζημιών σε ιδιοκτησίες και απρόβλεπτων περιστατικών. Το ζήτημα, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ούτε με συναισθηματισμό ούτε με αδιαφορία, αλλά με οργανωμένη, ψύχραιμη και επιστημονικά τεκμηριωμένη διαχείριση.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος της Δ’ ΚΟΣΕ είναι κρίσιμος. Η Δ’ Κυνηγετική Ομοσπονδία Στερεάς Ελλάδος διαθέτει εμπειρία, ανθρώπινο δυναμικό, γνώση του πεδίου, προηγμένο εξοπλισμό, επιστημονικό προσωπικό και τα αναγκαία επιχειρησιακά μέσα ώστε να συνδράμει ουσιαστικά τις αρμόδιες αρχές. Τα στελέχη, οι επιστημονικοί συνεργάτες και οι άνθρωποί της στο πεδίο έχουν πρακτική και τεχνική γνώση της συμπεριφοράς της άγριας πανίδας, της κίνησης των ζώων στο φυσικό και περιαστικό περιβάλλον, αλλά και των ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζει μια επιχείρηση σε κατοικημένες περιοχές.
Το επιστημονικό προσωπικό και οι εξειδικευμένοι συνεργάτες, μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην αξιολόγηση του φαινομένου, στην παρακολούθηση της παρουσίας των αγριόχοιρων, στην καταγραφή των περιοχών αυξημένου κινδύνου και στη διαμόρφωση προτάσεων διαχείρισης. Η εμπειρία στο πεδίο, όταν συνδυάζεται με επιστημονική γνώση, δίνει στις αρμόδιες αρχές μια πιο πλήρη εικόνα για το πού εμφανίζονται τα ζώα, γιατί προσεγγίζουν κατοικημένες περιοχές και ποια μέτρα μπορούν να εφαρμοστούν με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Η συμβολή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί η διαχείριση της άγριας πανίδας δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά ή μόνο όταν εμφανιστεί ένα έκτακτο περιστατικό. Απαιτεί γνώση των πληθυσμιακών τάσεων, των μετακινήσεων των ζώων, των διαθέσιμων τροφικών πηγών, των σημείων σύγκρουσης με τον άνθρωπο και των ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής. Σε αυτό το επίπεδο, η Δ’ ΚΟΣΕ μπορεί να προσφέρει όχι μόνο μέσα και ανθρώπους, αλλά και τεχνογνωσία.
Η συμβολή της Δ’ ΚΟΣΕ δεν περιορίζεται στην απλή παρουσία στο πεδίο. Περιλαμβάνει οργάνωση, συντονισμό, τεχνική υποστήριξη, αξιοποίηση κατάλληλων μέσων, επιστημονική παρακολούθηση, καταγραφή δεδομένων, αξιολόγηση κινδύνων και δυνατότητα άμεσης κινητοποίησης όταν το ζητούν οι αρμόδιες υπηρεσίες. Η συμμετοχή της στα συνεργεία δίωξης δεν αποτελεί αυθαίρετη ενέργεια, αλλά ανταπόκριση σε θεσμικό αίτημα και σε υπαρκτή ανάγκη προστασίας της δημόσιας ασφάλειας.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις σύλληψης και απομάκρυνσης με παγίδες, οι οποίες εφαρμόστηκαν ως διαχειριστικό μέτρο σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, αποτελούν μια προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος. Ωστόσο, η συνέχιση των εμφανίσεων αγριόχοιρων σε κατοικημένες περιοχές δείχνει ότι απαιτείται ένα ευρύτερο και πιο ολοκληρωμένο σχέδιο. Η παγίδευση από μόνη της δύσκολα μπορεί να δώσει οριστική λύση, εάν δεν συνδυαστεί με περιορισμό της πρόσβασης των ζώων σε απορρίμματα, ενημέρωση των κατοίκων, απαγόρευση ταΐσματος και συντονισμένη διαχείριση των πληθυσμών.
Η πραγματικότητα είναι ότι απαιτείται συνδυασμός μέτρων: έλεγχος των πληθυσμών όπου χρειάζεται, απομάκρυνση ζώων από επικίνδυνες αστικές ζώνες, περιορισμός πρόσβασης σε σκουπίδια, σωστή διαχείριση απορριμμάτων, αυστηρή αποτροπή του ταΐσματος, ενημέρωση κατοίκων και σταθερή συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Χωρίς τέτοιο σχέδιο, το πρόβλημα θα επιστρέφει συνεχώς, με αυξανόμενο κίνδυνο για ανθρώπους, ζώα και περιουσίες.
Η Δ’ ΚΟΣΕ, με τη συμμετοχή της στις επιχειρήσεις που ζητούν οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, αποδεικνύει ότι οι κυνηγετικές οργανώσεις δεν περιορίζονται στην κυνηγετική δραστηριότητα. Διαθέτουν δομή, τεχνογνωσία, μέσα, εξοπλισμό, επιστημονικό προσωπικό και ανθρώπους που μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διαχείριση της άγριας πανίδας και στην προστασία του κοινωνικού συνόλου.
Σε μια περιοχή όπου η συνύπαρξη ανθρώπου και άγριας ζωής έχει πλέον περάσει σε οριακό σημείο, η οργανωμένη παρέμβαση δεν είναι επιλογή πολυτέλειας· είναι ανάγκη. Και σε αυτή την προσπάθεια, η Δ’ ΚΟΣΕ δηλώνει παρούσα με σοβαρότητα, επιχειρησιακή ετοιμότητα, επιστημονική τεκμηρίωση και αίσθημα ευθύνης.



