Αρχική » Grid with Sidebar » Γαϊδούρια: Τα μυστικά του DNA τους

Γαϊδούρια: Τα μυστικά του DNA τους

by iHunt

Print Friendly, PDF & Email
demobanner

Μια νέα έρευνα μας πληροφορεί για όσα δεν ξέραμε και όσα ποτέ δεν είχαμε ενδιαφερθεί να μάθουμε γι’ αυτό το παρεξηγημένο και αδικημένο ζώο, που πλέον έχει το δικό του γενεαλογικό δέντρο.

SVESTONOF

Το γαϊδουράκι έχει παίξει βασικό ρόλο, αν και όλο και περισσότερο περιθωριοποιημένο, στην ανθρώπινη ιστορία. Όμως, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα έχουμε γελοιοποιήσει το ζώο που κάποτε τιμούσαμε, ώστε η λέξη «γάιδαρος» να έχει καταλήξει να είναι περίπου συνώνυμη με τη λέξη «ηλίθιος» (η λέξη «asinine» –που προέρχεται από το λατινικό «asinus», που σημαίνει «σαν γάιδαρος»– στην αγγλική γλώσσα σημαίνει «ηλίθιος»). Στις αναπτυσσόμενες χώρες, τα γαϊδούρια –και η εργασία με γαϊδούρια– είναι απαραίτητα για τον βιοπορισμό των ανθρώπων, αλλά στις ανεπτυγμένες χώρες τα γαϊδούρια έχουν σχεδόν εξαφανιστεί.

«Υποθέτω ότι απλώς ξεχάσαμε τη σημασία αυτού του ζώου, πιθανόν επειδή μας παρέσυρε η λάμψη του κοντινού ξαδέρφου του, του αλόγου», λέει ο Λούντοβιτς Ορλάντο, διευθυντής στο Κέντρο για την Ανθρωπολογία και τη Γονιδιωματική στην Τουλούζη της Γαλλίας. «Στην Ευρώπη, τα άλογα βοήθησαν στις γρήγορες μετακινήσεις, στη γεωργία, στον πόλεμο. Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι o αντίκτυπος των γαϊδουριών ήταν τόσο μεγάλος». Σε αντίθεση με τα άλογα ή τα σκυλιά, τα γαϊδουράκια έχουν επίσης τραβήξει λιγότερο την προσοχή των αρχαιολόγων και ακόμη λιγότερο των γενετιστών.

Παρόλο που σύμφωνα με το κινεζικό ωροσκόπιο φέτος είναι η Χρονιά του Λαγού, στην πραγματικότητα μάλλον είναι η Χρονιά του Γαϊδουριού. Η ταινία ΕΟ, που ήταν υποψήφια για Όσκαρ, έχει ως ήρωα έναν ευαίσθητο, βάρβαρα κακοποιημένο γάιδαρο. Επίσης, γαϊδουράκια πρωταγωνιστούν σε μια νέα μελέτη γενετικής που δημοσιεύθηκε στο έντυπο Science και για την οποία ο Πίτερ Μίτσελ, αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης που δεν συμμετείχε στην έρευνα, είπε ότι είναι «η πιο ολοκληρωμένη μελέτη, μέχρι σήμερα, της γονιδιωματικής των γαϊδουριών».

Σκελετός αλόγου και αναβάτη στο Μουσείο της Τουλούζης, Γαλλία.

Πρώιμα γαϊδούρια

Ένας από τους συγγραφείς της έρευνας αυτής είναι ο Ορλάντο, ο οποίος έχει αφιερώσει χρόνια στη μελέτη της ιστορίας εξημέρωσης των αλόγων. Ελπίζει ότι αυτή η μελέτη θα προωθήσει την έρευνα για το σεμνό γαϊδουράκι και θα αποκαταστήσει την αξιοπρέπειά του. Μαζί με ερευνητές από 37 εργαστήρια σε όλο τον κόσμο, ανέλυσαν τα γονίδια 207 σύγχρονων γαϊδάρων από 31 χώρες. Επίσης, ανέλυσαν την αλληλουχία του DNA από τους σκελετούς 31 πρώιμων γαϊδουριών, ορισμένα από τα οποία χρονολογούνται μέχρι και 4.500 χρόνια πίσω. Στο παρελθόν, ακαδημαϊκοί είχαν εντοπίσει τρία πιθανά κέντρα εξημέρωσης: τη Μέση Ανατολή, τη βορειοανατολική Αφρική (συμπεριλαμβανομένης και της Αιγύπτου) και την Αραβική χερσόνησο. Όμως, η ομάδα του Ορλάντο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι γάιδαροι –το πρώτο χερσαίο μεταφορικό μέσο της ανθρωπότητας– εξημερώθηκαν μόνο μία φορά, γύρω στο 5000 π.Χ., όταν οι βοσκοί στο Κέρας της Αφρικής (Χερσόνησος της Σομαλίας) και στη σημερινή Κένυα άρχισαν να εξημερώνουν άγρια γαϊδούρια. Η ημερομηνία αυτή είναι περίπου 400 χρόνια πριν από τις πρώτες αρχαιολογικές ενδείξεις εξημερωμένων γαϊδουριών (στο Ελ Ομαρί, κοντά στο Κάιρο) και σχεδόν τρεις χιλιετίες πριν από την πρώτη χαλιναγώγηση αλόγων.

Η περίοδος αυτή συμπίπτει με την περίοδο που η Σαχάρα έγινε μεγαλύτερη και πιο άγονη. Τα γαϊδούρια είναι εξαιρετικά ανθεκτικά στην ξηρασία και την ανυδρία, πράγμα που κάνει τον Ορλάντο να θεωρεί ότι έγιναν απαραίτητο μεταφορικό μέσο για τους κτηνοτρόφους και τα εμπορεύματά τους. «Η ανάγκη ενός βοηθητικού μεταφορικού μέσου σε αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες κατά πάσα πιθανότητα πυροδότησε τη διαδικασία εξημέρωσης», λέει. Από αυτό το σημείο προέλευσης στη βορειοανατολική Αφρική η ομάδα στη συνέχεια αναζήτησε την εξέλιξη των γαϊδουριών και εντόπισε τις διαδρομές τους στην υπόλοιπη ήπειρο. Οι γάιδαροι διακινήθηκαν βορειοδυτικά στο σημερινό Σουδάν και στη συνέχεια στην Αίγυπτο, έφυγαν από την Αφρική πριν από περίπου 5.000 χρόνια και διασπάστηκαν στην Ασία και την Ευρώπη περίπου 500 χρόνια αργότερα. Οι διάφοροι πληθυσμοί γαϊδουριών απομονώθηκαν περισσότερο λόγω της απόστασης, παρόλο που το εμπόριο είχε ως αποτέλεσμα συστηματικές μετατοπίσεις πίσω στην Αφρική. Η διασταύρωση μεταξύ των γενεαλογικών γραμμών ήταν περιορισμένη.

Ο Λούντοβιτς Ορλάντο και ερευνητές από 37 εργαστήρια μελέτησαν το γονιδίωμα 207 γαϊδουριών.

Το ζώο του Άρχοντα του Χάους

Μια έρευνα του 2004, που είχε μελετήσει ένα μικρό δείγμα μοντέρνου DNA από εκατοντάδες γαϊδάρους, είχε υποστηρίξει ότι οι άνθρωποι εξημέρωσαν τους άγριους γαϊδάρους δύο φορές, στην Αφρική και την Ασία. Ο επικεφαλής της έρευνας, Άλμπανο Μπέιζα Περέιρα, γενετιστής στο Πανεπιστήμιο του Πόρτο στην Πορτογαλία, συνεργάστηκε με τον Ορλάντο και τη συνάδελφό του Έβελιν Τοντ για να επανεξετάσουν τα ευρήματα εκείνης της έρευνας, χρησιμοποιώντας μια μεγαλύτερη δεξαμενή δεδομένων. Πλέον, συμφωνεί με τη θεωρία της «μιας εξημέρωσης».

Για τους προγόνους μας, ο γάιδαρος είχε μια εξαιρετικά ποικιλόμορφη μυθική και θρησκευτική διάσταση. Στην αρχαία Αίγυπτο, ο γάιδαρος ήταν ένα από τα ιερά ζώα του Σεθ, του Άρχοντα του Χάους. Στην ελληνική μυθολογία, ένας γάιδαρος –ένα ιπποειδές που εμπλεκόταν στη συγκομιδή και την παραγωγή κρασιού– ήταν εκείνος που μετέφερε τον θεό Διόνυσο στη μάχη εναντίον των Γιγάντων, ενώ στη λατρεία του χρησιμοποιούνταν αυλοί κατασκευασμένοι από κνήμες γαϊδάρου (οι οποίες παρήγαν ήχο που έμοιαζε με το χλιμίντρισμα του ζώου).

Οι γάιδαροι παίζουν επίσης κεντρικό ρόλο στις εικονογραφήσεις της ιουδαϊκής, της χριστιανικής και της μουσουλμανικής θρησκείας. Στην Παλαιά Διαθήκη, ο γάιδαρος του Βαλαάμ είδε έναν άγγελο και άρχισε να λέει προφητείες. Στην Καινή Διαθήκη, ο Ιησούς μπήκε στην Ιερουσαλήμ καβάλα σε ένα γαϊδούρι, μια μέρα που τη γιορτάζουμε ως Κυριακή των Βαΐων. Ο προφήτης Μωάμεθ λέγεται ότι καβαλούσε και συνομιλούσε με ένα γαϊδούρι, ονόματι Γιαφούρ.

Κατά τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού, από το 3300 π.Χ. έως το 1200 π.Χ., τα γαϊδούρια θάβονταν μερικές φορές μαζί με τους κηδεμόνες τους, υποδηλώνοντας την απόδοση τιμής και στα δύο μέρη. «Σε άλλες περιπτώσεις, τα βρίσκουμε ως τελετουργικές αποθέσεις κάτω από τα δάπεδα, όπως ανακαλύφθηκε πρόσφατα στο Τελ ες Σαφί, ή θαμμένα μόνα τους», δήλωσε η Λαέρκε Ρεχτ, αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Γκρατς στην Αυστρία, η οποία εργάστηκε επίσης στη νέα αυτή έρευνα. Η ίδια αναφέρει και έναν όρο που χρονολογείται τουλάχιστον από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ.: «να σκοτώσω έναν γάιδαρο», που σημαίνει να υπογράψω μια συνθήκη, μια πράξη που προφανώς περιλάμβανε μια θυσία.

Γαϊδουράκια στο Νταρό της Αιγύπτου, στην ανατολική όχθη του Νείλου, όπου τα χρησιμοποιούν για γεωργικές εργασίες.

Το μέγεθος του γαϊδουριού

Τα καινούργια ευρήματα φανερώνουν μια, προηγουμένως άγνωστη, γενεαλογία γαϊδουριών που υπήρχαν στο Λεβάντε περίπου από το 200 π.Χ. Σε έναν αρχαιολογικό χώρο –μια ρωμαϊκή έπαυλη– στο γαλλικό χωριό Μπουανβίλ αν Γουάβρ, 175 μίλια ανατολικά του Παρισιού, οι ερευνητές βρήκαν αυτό που φαίνεται να ήταν ένα κέντρο αναπαραγωγής γαϊδουριών, όπου γαϊδούρια από τη δυτική Αφρική ζευγάρωναν με τα ευρωπαϊκά. Τα ζώα της αγέλης που προέκυψαν είχαν μέγεθος 61 ίντσες (1,5 μέτρο) από το έδαφος μέχρι το ακρώμιο. Το σημερινό πρότυπο είναι 51 ίντσες (1,30 μέτρα). Τα μόνα συγκρίσιμα σύγχρονα γαϊδούρια είναι τα αμερικανικά Μάμοθ Τζακς – μεγάλα, εύρωστα αρσενικά που εκτρέφονται για την παραγωγή μουλαριών ή για γεωργικές εργασίες. Σύμφωνα με τον Ορλάντο, η δημιουργία ενός είδους τεράστιων γαϊδάρων προέκυψε σε μια εποχή όπου τα μουλάρια –οι στείροι απόγονοι αρσενικών γαϊδουριών και φοράδων– ήταν απαραίτητα στη ρωμαϊκή οικονομία και στον στρατό. «Δεν θα χρειάζονταν τόσο πολλές γενιές για την επιλεκτική εκτροφή όλο και μεγαλύτερων γαϊδουριών», λέει ο Ντιν Ρίτσαρντσον, καθηγητής χειρουργικής ιπποειδών στο κέντρο Νιου Μπόλτον της Κτηνιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια. «Οι γιγάντιοι γάιδαροι είχαν πάντα ζήτηση για να κάνουν πιο πολύτιμα μουλάρια». Είναι πιθανόν οι Ρωμαίοι να προτιμούσαν τα μουλάρια για την αντοχή τους, την ταχύτητα και τη δυνατότητα να σηκώνουν μεγάλες ποσότητες αγαθών, ειδικά για τον στρατό, ο οποίος ήταν απλωμένος σε αποστάσεις χιλιομέτρων. «Όταν κατέρρευσε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, δεν υπήρχε κίνητρο για τη μεταφορά αγαθών σε τόσο μεγάλες αποστάσεις, και οι κοινωνίες τράπηκαν σε πιο κοντινές οικονομίες», λέει ο Ορλάντο. «Στη συνέχεια, τα γαϊδούρια καθιερώθηκαν και τα μουλάρια σχεδόν δεν παράγονταν πια».

Θλίψη και αγνότητα

Πώς μπορούμε να καταλάβουμε ότι ένας αρχαίος γάιδαρος ήταν εξημερωμένος; «Η εξημέρωση είναι μια ολόκληρη διαδικασία», λέει ο Μίτσελ, αρχαιολόγος στην Οξφόρδη και συγγραφέας του βιβλίου Ο γάιδαρος στην ανθρώπινη ιστορία. Πριν από δύο δεκαετίες στην Άβυδο, στη νότια Αίγυπτο, ανασκάφηκαν έξω από τον ταφικό περίβολο των πρώτων Φαραώ οι σκελετοί 10 γαϊδουριών, που χρονολογούνται από το 3100 π.Χ. «Τα οστά έδειχναν ένα σαφές μωσαϊκό άγριων και οικόσιτων χαρακτηριστικών», σύμφωνα με τον Μίτσελ. «Αυτό που πρόδωσε την οικόσιτη ιδιότητά τους ήταν οι ζημιές στους σπονδύλους και στις αρθρώσεις, οι οποίες συνάδουν με τη χρήση τους ως μέσων μεταφοράς».

Ο ίδιος λέει επίσης ότι η έλλειψη μελετών για τους γαϊδάρους αντικατοπτρίζει την άποψη των Δυτικών επιστημόνων ότι οι γάιδαροι και τα μουλάρια έχουν εξαφανιστεί σε μεγάλο βαθμό από την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα. «Ακόμη και στον αναπτυσσόμενο κόσμο είναι σε μεγάλο βαθμό ένα ζώο που συνδέεται με τους φτωχούς και με τις γυναίκες περισσότερο από τους άνδρες – οπότε υπάρχει μια διπλή προκατάληψη εναντίον του».

Στο οδοιπορικό του, του 2008, με τίτλο Η σοφία των γαϊδουριών, ο Βρετανός ακαδημαϊκός Άντι Μέριφιλντ σημειώνει ότι ο Μπέντζαμιν, ο σκεπτικιστής γάιδαρος στη Φάρμα των ζώων του Τζορτζ Όργουελ, επιθυμεί μόνο να αποσυρθεί σε ένα βοσκοτόπι με τον φίλο του, ένα άλογο με το όνομα Μπόξερ. Ο Μέριφιλντ βρίσκει στα μάτια των γαϊδιουριών «μια συγκινητική θλίψη, μια χάρη» και μια αγνότητα που «δεν έχει δικαίωμα ύπαρξης στον ανθρώπινο κόσμο».

Παρ’ όλα αυτά, το επικερδές εμπόριο δερμάτων γαϊδουριών, μια συχνά παράνομη, σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη και επεκτεινόμενη παγκόσμια βιομηχανία, ενθαρρύνει την εντατική παραγωγή για τη συγκομιδή των δερμάτων, τα οποία βράζονται για την παρασκευή του ίτζιο, μιας ζελατίνης που χρησιμοποιείται κυρίως στα παραδοσιακά κινεζικά φάρμακα. «Αυτό, προφανώς, αντιβαίνει στην καλή μεταχείριση των ζώων και προκαλεί απειλή για τους τοπικούς πληθυσμούς γαϊδουριών και για όσους εξαρτώνται από αυτό το ζώο για τη διαβίωσή τους», λέει ο Ορλάντο. «Αν μη τι άλλο, η έρευνά μας αποκαλύπτει ότι η σχέση μας με το ζώο πηγαίνει πολύ πίσω στον χρόνο. Αυτό θα πρέπει να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε τις αμέτρητες υπηρεσίες που προσέφεραν τα γαϊδούρια στην ανθρωπότητα και ελπίζουμε να μας κάνει ευγνώμονες».

Πηγή :ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

demobanner


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ