Αρχική » Grid with Sidebar » Οι Ωριωνες για ορτυκια στη Δραμα

Οι Ωριωνες για ορτυκια στη Δραμα

by iHunt

Print Friendly, PDF & Email
demobanner
Το να φορτώνεις όπλα, γιλέκα και άρβυλα μαζί με ξαπλώστρες, μαγιό και πετσέτες θαλάσσης δεν είναι ουτε τόσο βολικό ούτε τόσο συνηθισμένο. Ομως από την άνοιξη κιόλας είχε βγει η απόφαση. Την έναρξη θα κυνηγήσουμε στη Δράμα.
 
Μόλις ξεκίνησε η έκδοση των αδειών ήμουν από τους πρώτους στον σύλλογο για να πάρω το πολυπόθητο βιβλιαράκι και αμέσως έφυγα από τη Δυτική για την Ανατολική Μακεδονία. Η υπόλοιπη οικογένεια ήταν ήδη στην Ξάνθη όπου θα συνδύαζα το κυνήγι της έναρξης με τα μπάνια στις παραλίες της Ξάνθης και της Κομοτηνής.
 
Ο Κώστας που ήταν και ο υποκινητής της εξόρμησης ήταν ήδη στη Δράμα για εξερεύνηση των κυνηγότοπων. Καθημερινά δοκίμαζε διαφορετικές περιοχές και τα νέα ήταν τουλάχιστον ενθαρρυντικά. Ορτύκια υπήρχαν.
 
Μια δεύτερη ομάδα από Ωρίωνες θα ξεκινούσε από την Αθήνα μια-δυο μέρες πριν από την έναρξη, ψάχνοντας για τα καλά καρτέρια τρυγονιών, με στόχο να καταλήξουν στη Δράμα, όπως και τελικά έγινε.
 
Μετά τις 15 Αυγούστου τα εκπαιδευτικά εντάθηκαν. Προστέθηκε σ’ αυτά και ο Ηλίας που είναι κάτοικος της περιοχής αλλά οι καθημερινές τηλεφωνικές αναφορές του Κώστα περισσότερο συσκότιζαν την κατάσταση παρά την ξεκαθάριζαν. Σαν την μπίλια μιας ρουλέτας γύριζε όλο τον νομό χωρίς να ξέρουμε ακόμη πού θα «κάτσει» η πρώτη έξοδος της χρονιάς στις 20 Αυγούστου. Από το Νευροκόπι στη Δράμα, μετά στα σύνορα με τις Σέρρες ή προς τη μεριά της Καβάλας, μέχρι και η Κομοτηνή μπήκε στο παιχνίδι, ακόμη και το Κιλκίς που ακούστηκαν πολλά τρυγόνια και μπορούσε να γίνει συνδυασμός. Οπως πάντα γίνεται στις περιπτώσεις αυτές και αφού περικοπούν οι αριθμοί που φτάνουν στ’ αυτιά σου στο αλάνθαστο ένα τρίτο, καταλήγεις στη σίγουρη αρχική επιλογή.
 
Το βράδυ της παραμονής μετά από μια τελευταία σύσκεψη στο σπίτι του Ηλία αποφασίστηκε η αυριανή έξοδος που ήταν κοντά στη Δράμα φυσικά. Με ενημέρωσαν τηλεφωνικά μετά τις δέκα για την οριστική απόφασή τους. Αφησα την παρέα και τις μπίρες αμέσως και έφυγα για να ετοιμαστώ μια και θα ξυπνούσα κατά τις τέσσερις για να είμαι εντάξει με το πρόγραμμα. Ηθελα πάνω από μια ώρα για να είμαι στο Δοξάτο όπου θα συναντούσα τον Ηλία και από εκεί στο επόμενο ραντεβού μέσα στη Δράμα, όπου θα συγκεντρωνόταν όλη η παρέα. Καλομαθημένος στα ήρεμα μπεκατσοκυνήγια όπου συνήθως ξεκινάμε με την ανατολή του ήλιου, μου φαινόταν πολύ περίεργο που οδηγούσα μέσα στα άγρια σκοτάδια προσπερνώντας μόνο βαρυφορτωμένα τζιπ και επιβατικά με κυνηγούς και τρέιλερ ή κούτες με σκυλιά.
 
Μετά από μια μικρή ταλαιπωρία ψάχνοντας στο σκοτάδι γέφυρες και άφαντες διασταυρώσεις, ακολουθώντας τις τηλεφωνικές οδηγίες του Ηλία, βρήκα επιτέλους το σπίτι του στο Δοξάτο. Φορτώσαμε το αυτοκίνητό του και φτάσαμε στη Δράμα αργοπορημένοι. Μόνο κυνηγούς έβλεπες στους δρόμους να κινούνται προς όλες τις κατευθύνσεις και στα «ξενυχτάδικα» της μπουγάτσας χρειαζόταν να περιμένεις στην ουρά για να πάρεις καφέ και ζεστές μπουγάτσες για το πρωινό.
 
 
Από το Νευροκόπι στη Δράμα, μετά στα σύνορα με τις Σέρρες ή προς τη μεριά της Καβάλας, μέχρι και η Κομοτηνή μπήκε στο παιχνίδι, ακόμη και το Κιλκίς
 
Στον κυνηγότοπο που φτάσαμε γινόταν ένα μικρός συνωστισμός από αυτοκίνητα, αλλά μόλις άρχισε να ξημερώνει και τα πορτοκαλί γιλέκα και μπλουζάκια να φωσφορίζουν σε όλα τα χωράφια έπεσε ένας πανικός. Ποια διαδρομή να ακολουθήσεις χωρίς να κινδυνεύεις να πέσεις πάνω σε κάποιο άλλον κυνηγό; Ευτυχώς είχαμε πιάσει την άκρη των χωραφιών προς το ποτάμι και δεν είχαμε άλλους μπροστά μας. Ημασταν έξι κυνηγοί και 7-8 σκυλιά.
 
Αν κυνηγούσαμε όλοι μαζί θα είχαμε πιο πυκνό σχηματισμό και από τη μακεδονική φάλαγγα του Μεγαλέξανδρου, οπότε διασκορπιστήκαμε σε τρεις κατευθύνσεις. Πίσω μας γινόταν ένας χαμός από κυνηγούς. Δεν υπήρχε περίπτωση να κυνηγήσεις σε απάτητο μέρος έτσι ο ένας περνούσε μέσα από τις θερισμένες καλαμιές που έψαξε ο άλλος, όμως τελικά και όλως παραδόξως, όλοι σήκωναν ορτύκια.
 
Οι υπόλοιποι της παρέας που έφυγαν δεξιά σε μια μεγάλη καμπή του ποταμού, άρχισαν το τουφεκίδι χωρίς να τους ενοχλεί κανείς. Δεν είχε φτάσει κανείς άλλος τόσο χαμηλά και μόνο εγώ με τον Κώστα που επιλέξαμε την αριστερή πλευρά δίπλα στο ποτάμι δεν σηκώσαμε τουφέκι. Απογοήτευση άρχισε να μας γεμίζει. Ολοι οι κυνηγοί της περιοχής τουφεκούσαν και εμείς ούτε βλέπαμε πουλί, παρόλο που το πρωί μόλις βγήκαμε από το αυτοκίνητο ακούγονταν συνεχώς ορτύκια από την κατεύθυνση αυτή.
Οι Ωρίωνες στη Δράμα  
Αναγκαστικά αλλάξαμε πορεία και επιλέξαμε μια κατεύθυνση που μας έφερε στην κορυφή μιας ράχης, όπου και αρχίσαμε την έρευνα στην καλαμιά που μας έλαχε αδειανή. Βλέποντάς μας οι άλλες παρέες διαφοροποιούσαν και αυτές την πορεία τους και σε ένα τέταρτο επήλθε μια ισορροπία επιτέλους. Πλέον μπορούσες τουλάχιστον να χαράξεις μια διαδρομή μέσα στις καλαμιές χωρίς παρενοχλήσεις. Με λίγη κατανόηση και αλληλοσεβασμό στους συναδέλφους υπήρχε χώρος για όλους, όλοι έμειναν ευχαριστημένοι και κανείς δεν δέχτηκε πάνω του μακρινά σκάγια και τουφεκιές.
 
Η καλαμιά που διαλέξαμε είχε ορτύκια επιτέλους αλλά είχε και μουχρίτσα. Ενα ενοχλητικό ζιζάνιο που μπροστά του οι κολλιτσίδες είναι μια ασήμαντη παρενόχληση. Σαν άγκιστρα γαντζώνονταν στα παντελόνια και δεν ξεκολλούσαν ακόμη και αν τα τραβούσες. Κατάλαβα τώρα γιατί μερικοί της παρέας μας που ξανακυνήγησαν τα χωράφια αυτά φόρεσαν γαλότσες καλοκαιριάτικα. Τα καημένα τα μακρύτριχα σκυλιά, όπως τα δικά μας τα Σέττερ ή τα Επανιέλ του Γιώργου, δεινοπάθησαν.
 
Κάθε τόσο η Κάρα σταματούσε για να καθαρίσει τα δάχτυλα των ποδιών της από τις ενοχλητικές πράσινες αγκαθωτές σκουληκαντέρες. Δεν μιλάμε το τι γινόταν στην κοιλιά και στα αυτιά τους. Παρ’ όλα αυτά τα ορτύκια που περπατούσαν και ακούγονταν γύρω μας κρατούσαν τα σκυλιά και εμάς σε διαρκή ένταση.
 
Είναι ενθαρρυντικό και σημαδιακό να μη γυρίσεις άδειος την πρώτη μέρα της κυνηγετικής περιόδου. Ανεξάρτητα από τον αριθμό των πουλιών, το ότι φέρμαραν τα σκυλιά, δάγκωσαν πουλιά και γεύτηκαν τη μυρωδιά της μπαρούτης.
 
Οσο περνούσε η ώρα αραίωνε η πυκνότητα των κυνηγών στο κέντρο της περιοχής όπου εξακολουθούσαμε να τριγυρίζουμε με τον Κώστα, ενώ μετά το ποτάμι γινόταν ένας πόλεμος από αυτούς που διάλεξαν τα καρτέρια του τρυγονιού, μεταξύ των οποίων ήταν και οι δικοί μας ωρίωνες, ο Τάσος και ο Φαίδρος με την παρέα τους. Καταλάβαινες αμέσως τις τρυγονοτουφεκιές, ειδικά τις γρήγορες διπλές ή και τριπλέτες καμιά φορά, αλλά περισσότερο χαρακτηριστική ήταν η μετακινούμενη ομοβροντία από το ένα καρτέρι στο άλλο καθώς κάποιο τρυγόνι περνούσε ψηλά και γρήγορα ξεφεύγοντας από όλους.
Σε λίγο συναντηθήκαμε με τον Ηλία που ερχόταν από δεξιά μας ακολουθώντας έναν χορταριασμένο όχτο. «Μη ρίξεις…» ακούστηκε ο Ηλίας καθώς ένα μικρό κοπαδάκι ορτύκια σηκώθηκε από τα πόδια του και έσπασε χαμηλά και δεξιά, ίσια πάνω στο Επανιέλ του Γιώργου που ερχόταν παράλληλα. Ηταν μια μάνα με τα μικρά της ορτυκάκια, μια από τις πολλές όψιμες γέννες που είχε η περιοχή.
Οι Ωρίωνες στη Δράμα  
«Ρίξε…» ακούστηκε την ίδια ώρα δεξιά μου ο Κώστας καθώς ένα ορτύκι που φέρμαρε η Κάρα πετάχτηκε προς το μέρος μου μη δίνοντάς του περιθώριο να τουφεκίσει. Αλλο ένα πετάχτηκε ακολουθώντας το και πέρασαν χαλαρά μπροστά μου. Έπεσαν εύκολα. «Δικαιούσαι δυο ορτύκια να χρεωθούν δικά σου, θα τα παραλάβεις στο τέλος» του φώναξα και τα έβαλα στο σακίδιο αφού η Κάρα εξακολουθούσε να ψάχνει απεγνωσμένα ένα άλλο πονηρό ορτύκι που ποδάρωσε μέχρι την άκρη της καλαμιάς. Με συνεχείς φέρμες και πόντες το στρίμωξε στη γωνία του χωραφιού και έπεσε από την τουφεκιά του Κώστα.
Φύγαμε σχεδόν τελευταίοι από την περιοχή. Μερικοί βιαστικοί ή όσοι είχαν τις δουλειές τους είχαν αποχωρήσει ήδη από τις οχτώ, αλλά από ό,τι έγινε αντιληπτό όλοι είχαν σηκώσει ορτύκια και κανείς δεν γύρισε άδειος στο σπίτι. Είναι ενθαρρυντικό και σημαδιακό να μη γυρίσεις άδειος την πρώτη μέρα της κυνηγετικής περιόδου. Ανεξάρτητα από τον αριθμό των πουλιών, το ότι φέρμαραν τα σκυλιά, δάγκωσαν πουλιά και γεύτηκαν τη μυρωδιά της μπαρούτης είναι το πιο σημαντικό για τους μερακλήδες φερματζήδες.
 
 
Τα ορτύκια ήταν όλα ντοπιάρικα, γεννημένα και μεγαλωμένα στην περιοχή και ήξεραν καλά τα κατατόπια για να κρυφτούν παίζοντας ανάμεσα στις καλαμιές αλλά και να κρυφτούν μετά το σήκωμα μέσα στα καλαμπόκια ή στα ψηλά χόρτα. Περπατούσαν πολύ, δεν κρατούσαν εύκολα φέρμα αλλά οι συνεχείς φωνές τους «πρόδιδαν» την παρουσία τους και οδηγούσαν τους κυνηγούς προς τη σωστή κατεύθυνση. Βέβαια πάντα έμειναν ορτύκια πίσω τους γι’ αυτό και σήκωνε πουλιά και αυτός που ξανάψαχνε τις ίδιες καλαμιές, είτε όσα παρέμειναν καλά κρυμμένα είτε όσα έρχονταν από γειτονικά χωράφια. Ακόμη και μια «φάλαγγα» 3-4 κυνηγών που περπατούσε σε πυκνό σχηματισμό και πλήρη ευθυγράμμιση χωρίς ποτέ να σπάσει η γραμμή, άφησε ορτύκια πίσω της.
 
Το μεσημέρι στο σπίτι του Κώστα στη Δράμα τα σκυλιά παρουσίαζαν ένα αξιοθρήνητο θέαμα. Το μακρύ και όμορφο τρίχωμα των Σέττερ ήταν ένας σωρός από κόμπους και μπερδεμένες μουχρίτσες. Χρειάστηκε μία ώρα και ένα κοφτερό ψαλίδι για να καθαρίσουν τουλάχιστον αξιοπρεπώς τα σκυλιά. Παρ’ όλο που μετά το κομμωτήριο έχασαν λίγο από την ομορφιά τους, δεν έδειχναν να στενοχωριούνται ιδιαίτερα. Το κυνήγι είχε ξαναρχίσει, οι φέρμες, το κυνηγητό και το «δάγκωμα» των χτυπημένων πουλιών είναι το σημαντικότερο γεγονός και για τα σκυλιά μας.
 
Θωμάς Μπατσέλας
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Θωμάς Μπατσέλας
 

SVESTONOF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ